ΑΡΘΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΟΥΣΑΝ...
Προσθέστε υπότιτλο εδώ

(ΛΑΘΡΟ)ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΟΣ

«Κάτω απ' την κληματαριά, πόσο μου 'λειψες πατρίδα...Πόσα μες τον ήλιο σου θάματα δεν είδα... ρε πατρίδα και νησί μου, στάζεις σαν το βάλσαμο μέσα στην ψυχή μου...» - αντιλαλούντες στίχοι στη ψυχή πολλών ξενιτεμένων Ελλήνων. Αχ, αυτή η πολλά υποσχόμενη θαλπωρή της Ελληνικής κληματαριάς - οι ατέρμονες παρέες στον ίσκιο της, ο καρπός στο τραπέζι και οι θερινοί ύπνοι κάτω από το πυκνό φύλλωμα. Σύμβολο ξέγνοιαστων νυκτών στις Ελληνικές αυλές, μακριά από την πολυπολιτισμική ανασφάλεια της ξενιτιάς, όπου Έλληνες κάποτε μοχθούσαν με όνειρο τον νόστο σε μία χώρα όπου όποιος δεν διέθετε αυλή με κληματαριά τουλάχιστον μπορούσε να κοιμάται με τα παράθυρα ανοικτά τα βράδια.

Το σύμβολο χάθηκε στις μέρες μας και το τραγούδι του Νταλάρα έπαψε να ηχεί στις καρδιές μας. Σπανίως ακούγεται πλέον. Εξ άλλου, η έννοια της «κληματαριάς» πέθανε και έγινε «αμπέλι». Κι αυτό... «ξέφραγο».

Θυμώνω. Με δεκάδες διαρρήξεις στο ιστορικό της γειτονιάς μου, τις νύχτες βλέπω τα παιδιά μου να κοιμούνται στο κλειδαμπαρωμένο τους δωμάτιο, γνωρίζοντας ότι ουδέποτε γνώρισαν τον ύπνο με ανοιχτά παράθυρα και ίσως ουδέποτε θα μπορέσουν να βιώσουν την σιγουριά της πάλαι ποτέ Ελληνικής γειτονιάς. Τις μέρες, όλο και πιο συχνά νοιώθω ξένος σε πολλές περιοχές της πόλης μου, με την αίσθηση ότι είμαι ένας παθητικός αποδέκτης μίας αλλόκοτης εισβολής αμφιβόλου προελεύσεως. Ίσως δεν θα αισθανόμουν έτσι εάν είχα γεννηθεί τα τελευταία 10 χρόνια, αλλά είμαι καταραμένος να έχω βιωματική μνήμη.

Πάντως φαίνεται ότι κάποιοι(;) έχουν προνοήσει για την αντιμετώπιση αυτής μου της μνήμης. (Τώρα καταλαβαίνω και γιατί ξαναγράφονται τα σχολικά βιβλία της ιστορίας) Αγανακτώ. Πως αλλιώς εξηγούνται οι ενοχές μου ότι είμαι ένας κατάφρονος «ρατσιστής»; Μήπως επειδή τα βράδια είμαι καταδικασμένος να βλέπω προγράμματα όπου κυριαρχούν συζητήσεις εμφυσούσες μου την ενοχή ότι είμαι «μισαλλόδοξος» και ότι πρέπει να αγκαλιάσω την «διαφορετικότητα»; Και γιατί όχι; Ο Λαζόπουλος είναι καλύτερος από μένα; Ο πολιτικά ορθός λόγος των ΜΜΕ μ' έχει κατατροπώσει· όπως προφανώς και τους περισσότερους ομόεθνούς μου, αίτινες διαμαρτυρόμενοι για την ανεξέλεγκτη εισβολή λαθρομεταναστών, δεν τους λείπει το πρόθεμα «Δεν είμαι ρατσιστής, αλλά...».

  Οι εντεταλμένοι τεχνίτες της τηλεοπτικής παραπλάνησης ξέρουν να ψηλαφούν τις ευαίσθητες μου χορδές, με το κοινότοπο πλέον: "Κι εμείς υπήρξαμε μετανάστες. Κι εμείς ταλαιπωρηθήκαμε σε ξένες χώρες." Δοκιμάζεται το φιλότιμό μου. Όμως, γιατί δεν πείθομαι; Μήπως επειδή εγώ ως Έλλην πέρασα από κόσκινα για να εισέλθω νόμιμα σε ξένες χώρες; Ίσως επειδή δεν επέβαλλα την παρουσία μου απρόσκλητος; Μήπως επειδή δεν ήμουν ο κύριος παράγων μίας καλπάζουσας εγκληματικότητας;

Ναι, αλλά σίγουρα πρέπει να συγκινηθώ από τον όρο «πρόσφυγας», που όλο και συχνότερα χρησιμοποιείται από τα ΜΜΕ αντί του «(λαθρο)μετανάστη». Προφανώς κάποιοι θεωρούν πως είναι ευκολότερο να αποδεχθώ εισβολείς απευθυνόμενοι στα ευαίσθητα, λόγω ιστορικών εμπειριών, αντανακλαστικά της ελληνικής μου κοινωνίας. Κι όμως, δεν συγκινούμαι. Εγώ έγινα πρόσφυγας από τον τόπο μου στον συνορεύοντά μου τόπο, εκεί που μιλούσα την ίδια γλώσσα και εμπλούτισα τον πολιτισμό μου. Οι λόγοι που ώθησαν ένα Κινεζοαλβανοαφροασιατικό συνονθύλευμα στο κατώφλι μου παρασάγγες απέχουν από το Τούρκικο γιαταγάνι που ξερίζωσε τους προγόνους μου από Ελληνικά εδάφη.

Πρό καιρού είδα και μερικούς λαθρομετανάστες που απειλούντο με απέλαση να στήνουν αντίσκηνα σε δημόσιους χώρους και να κάνουν απεργίες πείνας. Αίτημά τους ήταν η παραμονή τους στη χώρα μου, επειδή, όπως έλεγαν, εάν επέστρεφαν στις πατρίδες τους θα διώκοντο από τα καθεστώτα. Ούτε εδώ συγκινούμαι, επειδή όταν το καλοσκέφτομαι, πιστεύω ότι εάν εγώ είχα την δύναμη να απεργήσω με κίνδυνο την ζωή μου, σίγουρα θα είχα την δύναμη να επιστρέψω στα πάτρια μαχόμενος για τα πιστεύω μου. Κι ας το έκανα μέσα από κελί. (Που 'σαι βρε Σωκράτη!)

Όπως εκ των πραγμάτων υποχρεώνομαι κι εγώ να μάχομαι για τα δικά μου πιστεύω, επειδή τελευταία έχω κριθεί ένοχος που αγαπώ τα χαρακτηριστικά της φυλής μου και δηλώνω ότι δεν μου αρέσει να βλέπω την μετάλλαξη της εθνο-φυλετικής σύστασης του τόπου μου. Έχω κριθεί «ρατσιστής» χωρίς να έχω επιβληθεί σε καμία «ράτσα» και χωρίς να λοιδορώ κανένα λαό.

Εξοργίζομαι. Αβοήθητος βλέπω την δική μου Ελληνική διαφορετικότητα να βάλλεται στη γενέτειρά της, όχι τόσο από τους μετανάστες, όσο από κάποιους ομόεθνούς μου, το ίδιο συνάφι ενός ακατανόμαστου στις Θερμοπύλες. Τόσα χρόνια Έλληνας... φταίω που έχω κρίση; Ή είμαι ένας γραφικός που βλέπει παντού πολιτικές σκοπιμότητες που θα διαλύσουν το «έθνος» (λέξη που ήδη τείνει να ισοδυναμεί με βρισιά); Αλλά πως να μη συσχετίζω τους πολιτικάντηδες του παρελθόντος με αυτούς του παρόντος;

Προ 30 χρόνια οι επιδρομές των πρώτων στα καφενεία των χωριών βρήκαν πρόσφορο έδαφος για ψηφοφόρους όπως οι σημερινές επιδρομές των δεύτερων σε καταυλισμούς «προσφύγων», πολυφυλετικών σχολείων και «Στεκιών Μεταναστών» αποβλέπουν στις ψήφους των ανερχόμενων... «πολιτών». Κι όπως ξέρει ο κάθε αγρότης, η φύση δεν αρέσκεται σε κενά. Όπου υπάρχει ακαλλιέργητο χωράφι φυτρώνουνε ζιζάνια. Μετάφραση: Η πολιτική των μεν άδειασαν την ύπαιθρο δια του «ψηφίστε με να σας βολέψω», ενώ η των δε θα την γεμίσει δια του «ψηφίστε με όταν σας Ελληνοποιήσω». (Άλλαξε τα ρούχα του ο Μανωλιός, και τα φόρεσε αλλιώς...) Οδοστρωτήρας ο πολιτικά ορθός λόγος εκάστης εποχής. Το προ τριακονταετίας «Η Ελλάδα για τους Έλληνες» ξεβολεύτηκε από το «Η Ελλάδα για τον Έλληνα... πολίτη». Ό, τι δεν κατάφεραν 400 χρόνια ξένου ζυγού, έφεραν εις πέρας σε μερικές δεκαετίες ντόπιοι καιροσκόποι.

Πάντως, εγώ δεν αφουγκράζομαι. Κι ας έχω ερωτηθεί από στατιστικολόγους ποια είναι η στάση μου στην ραγδαία παρουσία τόσων μεταναστών στη χώρα μου. Από τα αποτελέσματα της έρευνας του Ευρωβαρομέτρου (2005) είναι προφανές πως η ελληνική κοινωνία είναι συντριπτικά αντίθετη (87%) στην μετατροπή της σε «πολυπολιτισμική». Οι υποστηρικτές του «πολυπολιτισμού», αν και πολιτικώς κυρίαρχοι, αποτελούν ασήμαντη κοινωνική μειοψηφία που όχι απλώς δεν σέβεται τις απόψεις της πλειοψηφίας, αλλά αντιθέτως τις υβρίζει συστηματικώς ως «ρατσιστικές», «φασιστικές» και «αντιδημοκρατικές» (ταλαιπωρημένες έννοιες και χιλιοειπωμένα φόβητρα που φιμώνουν τον λαό). Μήπως οι μοναδικοί που δεν σέβονται την λαϊκή βούληση και την δημοκρατία είναι οι υποστηρικτές του «πολυπολιτισμού»; Μήπως υπό το λάβαρο της απόλυτης ισότητας αυτοί ορέγονται μίας απολύτου αρχής επί των ίσων; Υποπτεύομαι ότι οι επίδοξοι δημιουργοί πολυπολιτισμικών χωνευτηρίων εξυπηρετούν τα συμφέροντα πολυεθνικών εταιριών και καθεστώτων που ευδοκιμούν σ' ένα κόσμο κοινωνικού διχασμού και ιδιωτείας. Ο μόνος πολιτισμός που αναδύεται εξ αυτού είναι αυτός της κοινωνικής εσωστρέφειας και της ασύδοτης κατανάλωσης. Εξ άλλου έχουμε ζωντανά παραδείγματα τέτοιων κοινωνιών (βλ. ΗΠΑ). Εκεί κι αν βάλλεται η... «διαφορετικότητα». Απλούστατα, χάνεται μέσα σε τρεις γενιές.

Θλίβομαι. Βλέπω τα θύματα των καιροσκόπων να παρελαύνουν με πανό: ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ. ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ. ΓΚΡΕΜΙΣΤΕ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ. Επιστρατεύονται για να «αλλάξουν» έναν κόσμο ήδη κορεσμένο από αλλαγές. Περιθωριακοί, αφελείς φοιτητές, τσακισμένοι γεροαναρχικοί, οι περισσότεροι εκ των οποίων ουδέποτε μετείχαν σε υγιής κοινωνικούς ιστούς, ουδέποτε ανέπτυξαν ιστορική μνήμη πέραν μερικών ιδεολογικών συγγραμμάτων, ουδέποτε μόχθησαν να δημιουργήσουν, να γεννήσουν... Όλα αυτά είναι δύσκολα. Ευκολότερο είναι να γκρεμίζει κανείς, να ισοπεδώνει... κι ας μην έχει κατά νου τι να στήσει πάνω στα ερείπια. Όπως ευκολότερο είναι για κάποιον να γίνεται μέλος ενός άναρχου όχλου από το να εντάσσεται στο «εμείς» μίας κοινωνίας με τα δομικά υλικά της οικογένειας, της παράδοσης, του έθνους.

Πάντως ελπίζω. Νοιώθω ότι όλο και περισσότεροι Έλληνες βλέπουν τι διακυβεύεται εάν συνεχίσει η ανεξέλεγκτη εισροή (λαθρο)μεταναστών στη χώρα μας, ειδικά τώρα που η ανεργία αυξάνεται... Καιρός είναι να καταλάβουμε ότι όπως και το καλό κρασί χρειάζεται χρόνο σ' ένα σταθερό περιβάλλον χωρίς επιπρόσθετες νοθείες για την επιθυμητή ζύμωση, έτσι και μία κοινωνία χρειάζεται σταθερότητα και χρόνο για την καλλιέργειά της. Και στις δύο περιπτώσεις, οι αδιάκριτες προσμίξεις παράγουν "ξύδι"...

Άρα, για να μη νοιώσουμε κάποια στιγμή διωγμένοι κι εμείς από την χώρα μας, ας εντάξουμε μόνον όσους μετανάστες μπορεί να ανεχθεί ο τόπος, και αυτό με αυστηρότατα κριτήρια ως προς το ποιόν τους. Αλλοίμονο κι αν υποκύψουμε σε εκβιασμούς και ρατσιστοφοβίες. Ας νοικοκυρευτούμε σε σημείο που η «κληματαριά» θα επανακτήσει τον συμβολισμό της. Εάν αγαπούμε την δική μας διαφορετικότητα, πρέπει να πούμε: Φτάνει πια!

Αχ, βρε πατρίδα. «Κάτω απ' την κληματαριά, πόσα και δε μου 'χεις κάνει. Πόσες πίκρες μου 'δωσες, ο νους σου δεν το βάνει.»

Π.Τ. ΖΑΧΑΡΙΟΥ          (Δημοσιεύτηκε στ 'Χανιώτικα Νέα' τον Νοέμβριο του 2007)

ΤΑ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΑ ΣΩΜΑΤΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΘΑΝΙΟΥ ΜΑΣ.....

«Εθνικές εορτές; Να τις βράσω! Οι παρελάσεις ενισχύουν τον εθνικισμό και τροφοδοτούν τον φασισμό» «Και τι πως γεννήθηκα Έλληνας; Σιγά το πράμα! Σε τί διαφέρω από τον καημένο τον λαθρομετανάστη;» «Άντε να τελειώνουμε με τα Λύκεια και τα Proficiency, να μαζέψω τα μπογαλάκια μου για να φύγω κι εγώ από το τρελλοκομείο...»

Συγκομιδή σχολίων σε ένα τραπέζι (κοινού αθλητικού ενδιαφέροντος) γύρω από την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου μεταξύ δεκαπεντα-επτά-εικοσάχρονων, εν έτει 2013. Και αυτά, λόγια αραιά και που, κατά τα διαλλείματα από την Greeklisho-πληκτρολόγηση και την φατσοτευτεροπλοήγηση στα κινητά αφής που φιγούραραν στα χέρια όσων δεν είχαν χαθεί στον αυτιστικό κόσμο των headphones.

Το όλο σκηνικό με ανήγαγε στο νοερό άκουσμα ενός παλιού τραγουδιού: «Κάποτε στο Τεπελένι, εικοσάχρονα παιδιά...»

Αναλογιζόμενος την τρέχουσα κατύφια στην χώρα μας, αλλά και αυτή την γενιά που υποτίθεται ότι είναι το μέλλον της, ο μηδενισμός τους μου ήταν αφόρητος.

Αλλά, σκέφτηκα, σάμπως έφταιγαν και αυτά τα αμνήμονα προιόντα μιας αδηφάγου απερχόμενης γενιάς; Επόμενο δεν ήταν να παραχθεί αυτό που παράγει ο κάθε κορεσμένος οργανισμός για εκτόνωση; Πως αλλιώς; Τώρα και χρόνια δεν είχαμε ριχθεί σε άκρατη κατανάλωση, μετατρεπόμενοι σε 'σκουπιδοπηκτικές' μηχανές εισαγώμενης θειούχας τροφής....; Αποποιούμενος την εντόπια τροφή (πολιτισμικά, γλωσσικά και διατροφικά) επι δεκαετίες, δεν εθιστήκαμε στα επιδοτούμενα εδέσματα της Εσπερίας; Και όταν στέρεψαν οι επιδοτήσεις, δεν δανειστήκαμε να συνεχίσουμε την Ερυσιχθόνια μας παμφαγία; Επόμενο, λοιπόν, φίλοι μου, δεν είναι αυτό που ακολούθησε;

Ναι, ο εκκωφαντικός κρότος (τύπου πρρρρρρ...) φαίνεται να είναι διαρκείας (βλ. κρίση). Και εάν ο ήχος ήταν οδυνηρός, το γνωστό επακόλουθο της ανυπόφορης δυσοσμίας θα εκφράζεται μέσα από τα νιάτα μας, των οποίων η δημοσιοϋπαλληλίστικη παιδεία ουδέποτε τα δίδαξε να είναι Έλληνες αντάξιοι ενός πολιτισμού πάνω στον οποίον κτίστηκε ό, τι καλύτερο έχει να αναδείξει η ανθρωπότητα, και τον οποίον εξακολουθεί να μελετά ενδελεχώς η πεμπτουσία της παγκόσμιας διανόησης. Μήπως όμως και στο σπίτι γαλουχήθηκαν ποτέ με αξίες πέραν ονείρων μεταπτυχιακών σπουδών στο εξωτερικό ή ενός καταναλωτικού ταξιδιού στο Λονδίνο, όπου θα μπορούσαν να μετέχουν στον «κοσμοπολιτισμό» (επιλεκτικά, βεβαίως, βεβαίως);

Τρομάρα μας! Χωρίς σημείο αναφοράς, πως να μην αιωρούνται τα απάτριδά μας παιδιά σαν αεριο-σωματίδια με λίγα ιδανικά πέρα ενός smart phone για να κάνουν 'τσεκ ιν' μεταξύ τους ως «καφετεριοθαμώνες» ή "party animals" ...

Ο Πλάτωνας κάποτε παρομοίασε την ιδανική πολιτεία με τον σωματότυπο ενός υγιούς ανθρώπου, οι αρετές του οποίου πρέπει να είναι η σοφία της κεφαλής (οι ηγέτες και η βουλή), η τόλμη και η γεναιότητα του στήθους (τα εκτελεστικά όργανα) και η εγκράτεια και πειθαρχία της κοιλιάς (το εργατικό δυναμικό, ο λαός) - στοιχεία που, όπως ένα ωραίο άγαλμα, συγκροτούν την ιδεώδη ανθρώπινη μορφή με λεπτή μέση, γυμνασμένο στήθος και πρόσωπο εκπέμπων αυτογνωσία και σοφία.

Όμως, όπως έχουν τα πράγματα, επαξίως μας αντιπροσωπεύει ο βατραχοϊδής σωματότυπος ενός τύπου που κάποτε μας ανακοίνωσε ότι «Μαζί τα Φάγαμε»... Τόση αρμονία πια; Δεν αντέχεται πλέον... Καιρός για λιπαναρόφηση, λοιπόν, φίλοι μου. Καιρός να σφίξουν οι αφεδρώνες, μήπως και πάψει και η δυσοσμία... Οι εθνικές επετείοι, όπως και νά είναι, θυμίζουν έναν οργανισμό που κάποτε, ριζωμένο στην ιστορική του μνήμη, εχαίρετο κάποιας σύστασης. Όμως, τα αιωρούμενα σωματίδια (αυτοχριζόμενα «κοσμοπολίτες») αμφισβητούν όποιαδήποτε σύνθεση.

Πως αλλιώς; Τα αέρια δεν ριζώνουν πουθενά...

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥ

24/10/2013

Ο ΑΛΒΑΝΟΣ, ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΑΙΟΣ

«Το πρώτο σου χρέος, εκτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, ειναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.» Νίκος Καζαντζάκης - Ασκητική

Δευτέρα πρωί στην Κίσσαμο, καταμεσής της περιόδου των κουκουλοφόρων ορδών. Σταματημένος σε ένα πρατήριο για καύσιμα, με ξάφνιασε η πρωτόγνωρη μουσική ηχούσα εξ ενός ολοκαίνουργιου Mercedes που μόλις έφευγε. Έκδηλη η απορία στα μάτια μου, ο πρατηριούχος προθυμοποιήθηκε να μου την λύσει: «Τόνε βλέπεις τον Αλβανό; Προ δέκα χρόνια ήρθε 'δω χωρίς βρακί και τώρα το παίζει μάγκας...»

Στην συνέχεια έμαθα ότι ο αλλοδαπός είχε συγκροτήσει ομάδα ομοεθνών του και δρούσε ως εργολάβος «συμμισιακού» λιομαζώματος. Μωρέ μπράβο του, σκέφτηκα... ο άνθρωπος δεν το «έπαιζε» αλλά ήτανε «μάγκας». Και σίγουρα περισσότερο από μερικούς δικούς μας που σπαταλούσαν τόση ενέργεια ραβδίζοντας τζαμαρίες αντί για ελιές.

Και λέγω τώρα εγώ... μήπως κάτι δεν πάει καλά με εμάς τους Ελληνάρες, των οποίων τα καλοταϊσμένα μας νιάτα ξεχύνονται στους δρόμους για να εκτονώσουν την αμφιβολία για το μέλλον τους στην αγορά εργασίας όταν πολλοί ξένοι στον τόπο μας προκόβουν με τον ιδρώτα τους; Βλέποντας πως αχρηστεύσαμε την γενιά των σημερινών εικοσάρηδων, την γενιά της μασημένης τροφής, μήπως θα έπρεπε να αναθεωρήσουμε αυτά που τους κληροδοτήσαμε;

Το ένα είναι σίγουρο, εάν ο Μπιθηκότσης ζούσε σήμερα ίσως να τραγουδούσε «Μη χαζοκοιτάς τις μάντρες, η δουλειά κάνει τους άνδρες... μη λιθοβολάς τα τζάμια, όσοι είναι παλληκάρια... το γιαπί, το πιλοφόρι, το μιστρί... Ρημαδιό ζωή και σπίτι απ' τα χούγια σου αλήτη, που μετράς το αντριλίκι με φωτιές...»

Ναι, το χαλί για τους κουκουλοφόρους το στρώσαμε εμείς οι σαραντο-πενηνταρο-εξηντάριδες που αφεθήκαμε στην μεταπολιτευτική «υπερδιόρθωση» των πραγμάτων. Όπως λέει και ο Δημήτρης Νατσιός, αρθρογράφος στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Αντίβαρο»: Για να τινάξουμε την «επταετή» σκόνη (της Χούντας), πετάξαμε και τα ενδύματα, χωρίς να καταλάβουμε ότι γυμνωθήκαμε από αξίες. Κάθε αναφορά σε αυτές παρέπεμπε στη Δικτατορία. Καταστρέψαμε τις ρίζες μας και άνοιξε η Άβυσσος κάτω από τα πόδια μας. Νομίσαμε ότι εάν παραμέναμε Έλληνες, όπως οι πατεράδες μας, θα μέναμε πίσω, θα ήμασταν συντηρητικοί. Μας έφαγε η πρόοδος η πολλή, η αχώνευτη. «Κόψαμε δρόμο» και χάσαμε τον προσανατολισμό μας. Υψώσαμε σε εθνικό ιδεώδες τον «πολιτισμό» της Δύσης - διαφορετικό από πολλές απόψεις από τον δικό μας - μόνο και μόνο επειδή ήταν υλικά υπέρτερος. Με άλλα λόγια, από Έλληνες, γίναμε Γραικύλοι μασκαράδες.

Ζαβλακομένοι από την εφήμερη υλική ευμάρεια, θραμένη από μια αμφίβολη τουριστική ανάπτυξη και Ευρωπαϊκά «πακέτα», στραφήκαμε στην απόκτηση περιουσίας και στην καλοπέραση... Μετατραπήκαμε σε φαντασιόπληκτα «ψώνια» των περιοδικών του «λάιφ στάιλ» και υποβαθμήσαμε τον πολιτισμό γύρω απο το «έχειν», το «αυτοκίνητο» και την «καφετέρια». Με κάθε ευκαιρία ψωνίζαμε και κάναμε διακοπές στο εξωτερικό επιδεικτικά προς αλλήλους με το ελαφρυντικό ότι θα γνωρίζαμε και άλλους πολιτισμούς. Τι κι αν είχαμε ξεχάσει τον δικό μας - αυτόν που θα μας τον θύμιζαν τα ξένα μουσεία...;

Σήμερα, για τα παιδιά της αναρωτιέται η τώρα πια μεσόκοπη αφασία: «Γιατί ξεσηκώνονται; Τι τους φταίνε τα μαγαζιά, τα αυτοκίνητα; Γιατί τα σπάνε και τα καίνε;» Μα είναι αυτονόητο. Αυτά συμβολίζουν τις μόνες αξίες με τις οποίες εμείς τα μεγαλώσαμε, και με το απένταρό τους μέλλον που σήμερα διαγράφεται γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν θα τις απολαύσουν ποτέ. Πέρα από μία πενιχρή δημοσιο-υπαλληλίστικη θέση του «βολέματος», ή το αβέβαιο μαγαζί του μπαμπά, τα περιθώρια στενεύουν για να ζήσουν την ζωή των καταναλωτικών τους προτύπων. Είναι τραγικό να ξέρεις ότι ουδέποτε θα μπορέσεις να ξεπεράσεις την παμφάγο γενιά που σε ανέθρεψε - στον «υλικό» τομέα, τουλάχιστον, επειδή στον πνευματικό δεν χρειάζεται και πολύ προσπάθεια...

Πως φτάσαμε έως εδώ; Με το σύμπλεγμα των πάλαι ποτέ «καταπιεσμένων», η γενιά του Πολυτεχνείου δεν ήθελε να καταπιέσει τα παιδιά της με την απαγόρευση, την πειθαρχία, τον σεβασμό. Θεωρήσαμε «φασιστική» την εμφύσηση αγάπης για το ένδοξο παρελθόν μας, για τον τόπο μας. Κι ενώ εμείς καταπιανόμασταν με τα «υπαρξιακά» μας, τα «φενγκ σούι», τα «ροκ» και τα «ποπ», αναθέσαμε την φύλαξή τους στην... νταντά της τηλεθέασης και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.

Κατόπιν, τα στείλαμε και στο εξωτερικό για να «ολοκληρώσουν» τις σπουδές τους... ή αλλιώς, τον αφελληνισμό τους. Τι κι αν τα βλέπαμε κάπως αλλοιωμένα - με σκουλαρίκια, κινέζικα τατουάζ, αλλόκοτη ένδυση - κάθε φορά που επέστρεφαν για διακοπές; Παιδιά ήταν. Θα τους περνούσε. Όμως όχι μόνο δεν τους «πέρασε», αλλά έγιναν και πρότυπα προς μίμηση για την εν Ελλάδι φοιτητική ζωή - ξεφάντωμα, σφηνάκια, πασαρέλα... (Πρόσφατα μάλιστα γνωστή τράπεζα διαφήμιζε «μοναδικό» φοιτητικό δάνειο με «σταφιδιασμένο» φοιτητή να περιλούεται στην μπανιέρα με μπύρες...) Ο αχαλίνωτος εκφυλισμός σε όλο του το μεγαλείο.

Κι αν εμείς δημιουργήσαμε «αναρχικούς» άνευ Ελληνικών αρχών στα σπίτια μας, οι πορφυρογέννητοι, ξενοσπουδαγμένοι 20άρηδες της δεκαετίας του 80 εξασφάλισαν την διαιώνησή τους. Γόνοι βολεμένων πολιτικάντιδων και νεόπλουτων επαρχιωτών, αυτοί θα επέστρεφαν από τις σπουδές τους χρισμένοι «κοσμοπολίτες», πολέμιοι της συνέχισης του ελληνισμού, ή αλλιώς, νεκροθάφτες της πατρίδος. Η διεθνιστική παιδεία της Εσπερίας τους είχε νουθετήσει ότι η έννοια του «έθνους» ήταν παρωχημένη - επίπλαστη σύλληψη των Ευρωπαίων ρομαντικών των περασμένων αιώνων. Ανίκανοι (οι περισσότεροι) να κάνουν αναγωγή στην μεγαλύτερη εθνική εορτή που γιόρταζε ο Ελληνισμός προ δυόμισι χιλιάδες χρόνια - τους Ολυμπιακούς Αγώνες - όχι μόνο θα το «έχαβαν», αλλά και ενθέρμως θα το προήγαγαν από τις θέσεις εξουσίας που σήμερα έχουν καταλάβει στην παιδεία και στο ευρύτερο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Μην απορούμε, λοιπόν, για την μεθοδική υπεραπλούστευση της Ελληνικής γλώσσας και την «μνημοκτόνο» διδασκαλία της ιστορίας μας ...

Ακόμη αναρωτιόμαστε για τα μολότοφ και τις πέτρες; Η αναδυόμενη γενιά, αυτή από την οποία (με την ξενόφερτή μας στάση ζωής) έχουμε στερήσει κάθε όραμα, κάθε αξία, από δω και πέρα θα ξεσηκώνεται με κάθε αφορμή για να εκδικείται χαιρέκακα τους δήμιούς της. Επικίνδυνο είναι το ότι, ελλείψει δικών τους οραμάτων, υιοθετούν αυτό των λαθρομεταναστών που όλο και πιο συχνά ξεσηκώνονται μαζί τους. Αυτό που τους ενώνει είναι το αδησώπητο μίσος για τους προύχοντες.

Υπάρχει ελπίδα; Θέλω να πιστεύω πως ναι. Αλλά τί ειρωνεία! Τον δρόμο μας τον δείχνει ο προαναφερόμενος Αλβανός. Ναι, αυτός ο ξένος, επαφυώμενος στην Ελληνική γη, αντλεί όλες της θρεπτικές της ουσίες και προκόβει προσφέροντάς της ως σπονδή τον ιδρώτα του. Δυναμώνει σαν τον μυθικό Ανταίο - υιό της Γαίας, αήττητος όσο ήταν ριζωμένος σε αυτήν. (Βεβαίως, η απόκτηση του Μερσεντές είναι παράδειγμα προς αποφυγήν, καθώς πρέπει να μετριάζουμε τις καταναλωτικές μας ορέξεις...)

Όσο κι εμείς ήμασταν ριζωμένοι στην γη μας, πριν την μεταπολιτευτική λαίλαπα, παρά τις τόσες χούντες, τους τόσους πολέμους και τους τόσους κατακτητές, πάντοτε ορθοποδούσαμε δυνατότεροι. Σήμερα, που προδώσαμε την δική μας γη και ταυτότητα, περιφρονώντας ό,τι μας είχε προσφέρει - από τους καρπούς της έως και τον πολιτισμό που μας ενέπνεε - οδεύουμε προς την μοίρα του Ανταίου, που όταν έχασε την επαφή του με την μητέρα γη τον σύνθλιψε ο Ηρακλής!

Κλείνοντας, ας θυμηθούμε το συντομότερο ανέκδοτο όλων των εποχών - το «Αλβανός Τουρίστας». Εάν ακολουθήσουμε την σημερινή μας πορεία ως έθνος, δεν απέχουμε πολύ από το γέλιο που θα εμπνέει η αντιστροφή του στο «Έλληνας τουρίστας...». Το τελευταίο είναι πολύ εφικτό όσο τα παραπλανημένα, μαμόθρεφτά μας νιάτα πατάνε μόνο τσιμέντο και βρίσκουν «άσυλο» στα εκπαιδευτικά ιδρύματα όπου καταστρέφονται οι ψυχές τους.

Ας ελπίσουμε ότι οι νέοι μας θα αποκτήσουν ένα δικό τους Ελληνικό όραμα που θα τους καταστήσει άξιους να μας εκφωνήσουν αυτό που ανακοίνωναν στις απερχόμενες γενιές τα Σπαρτιατόπουλα: «Άμμες δέ γ' εσόμεθα πολλώ κάρρονες» - «Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας»


Του Παναγιώτη Τερπάνδρου Ζαχαρίου    (17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008)

Μάθετε πρώτοι τα νέα!