ΑΠΟ ΧΩΡΙΚΟΣ... "ΑΣΤΥΧΩΡΙΑΤΗΣ"

2017-02-11

Η μετάβαση ήταν ραγδαία. Τόσο ραγδαία που μία γενιά, πριν καν γεράσει, πρόλαβε να δει τον θάνατο ενός κόσμου που εξελισσόταν ομαλά για περισσότερο από τρεις χιλιετίες και την εγκαθίδρυση αυτού που τον δολοφόνησε.

Πρόκειται για τα μεταπολεμικά γεννήματα της ευμάρειας των δεκαετιών του 50 και του 60. Η πλειοψηφία αυτής της γενιάς στην Ελλάδα, είτε είχε γεννηθεί σε κάποιο χωριό της χώρας, ή συχνά επισκεπτόταν τις θείες και τους συγγενείς που κατοικούσαν σε κάποιο χωριό που ούτε καν είχε ηλεκτροδοτηθεί. Ήταν οι τελευταίοι που πρόλαβαν τους βιορυθμούς ενός κόσμου που ήταν συνυφασμένος με την ποιμενική και αγροτική ζωή στη διαχρονικότητά της που στήριζε τα θεμέλια του Ελληνισμού με όλη την σοφία και την φαντασία που είχαν πλέξει γλώσσα, μουσική και θρύλους.

«Μη πηγαίνεις στην πηγή τη νύκτα μικρέ, γιατί θα σου πάρουν οι νεράιδες την φωνή», συμβούλευε το εγγόνι ο παππούς, ο οποίος, αν και δεν είχε ποτέ του ανοίξει βιβλίο να διαβάσει τον Ησίοδο που αναφέρει τις Νηρηίδες, θυγατέρες του Νηρέα, ή τις Ναϊάδες, τις νύμφες πηγών και ποταμών, ήταν φορέας αρχέγονων παραδόσεων και σοφίας- στοιχεία συνυφασμένα με τον βίο του.

Το κελάρυσμα του ύδατος μέσα στα αυλάκια που το οδηγούσαν στους αγρούς, το κρυφτό ανάμεσα στα δένδρα και στις κουφάλες αρχαίων ελαιόδεντρων, το λίκνισμα της φλόγας των πήλινων λύχνων που φώτιζαν τους πέτρινους τοίχους της αγροικίας, το λάλημα του πετεινού και οι θρύλοι της άγριας φύσης είναι πλέον ήχοι και εικόνες που έμελλε στην ίδια γενιά που τις βίωσε να τις στερήσει από τα παιδιά της. - αυτά που μάντρωσε σε μπαλκόνια πολυκατοικιών, ΤΕΙ και ΑΕΙ εσαεί γι Αμερική...

Εάν και φαντάζει ρομαντική ή νοσταλγική αναπόληση ενός κόσμου που κοπίαζε για τον επιούσιο παλεύοντας με τα στοιχεία της φύσης, αξιολογώντας τη σημερινή κατάσταση μπορούμε ν' απαριθμήσουμε αυτά που χάθηκαν μαζί με την κόπωση.

Το ρεύμα, η άσφαλτος, το μπετό και το πλαστικό που κάποια στιγμή έφτασαν για ν' αλαφρώσουν τον κάματο του χωρικού εισέπραξαν το τίμημά τους σε ανθρώπινη ψυχή και πνεύμα. Το ρεύμα έφερε τη μαζική ενημέρωση... και δημιούργησε ανάγκες έως τότε ανύπαρκτες (με χωρικούς που ήθελαν να «μοιάσουν»), η άσφαλτος τους πολιτικούς με διορισμούς εντοπίων στις πλαστικές καρέκλες του Δημοσίου έναντι ψήφων... και αφαίμαξε το χωριό από τα νιάτα του. Το μπετό έφερε την εύκολη λύση δόμησης... και αλλοίωσε την αρμονία του γειωμένου με την φύση ανθρωπίνου αποτυπώματος στον φυσικό χώρο, ενώ οι πλαστικοί σωλήνες απάλλαξαν τον αγρότη από το χειρωνακτικό σκάψιμο... και συνάμα καταβρόχθισε το κελάρυσμα των αυλακιών μαζί με τις ρέουσες παραδόσεις.

Κάποια στιγμή έφτασαν και οι επιδοτήσεις για τους παραγωγούς. Κι ενώ κάποτε η ικανοποίηση των βασικών αναγκών μετρίαζε την επέμβαση του χωρικού στο περιβάλλον, ολόκληρα δάση ξεριζώθηκαν ή κάηκαν για να φυτευτούν οι επιδοτούμενες μονοκαλλιέργειες ή για να βόσκουν τα επιδοτούμενα αιγοπρόβατα... (Εκεί που τώρα φιγουράρουν επιδοτούμενοι Ηλιακοί συσσωρευτές...)

Και το χειρότερο; Δώσε θάρρος στον χωριάτη και θ' ανέβει στο κρεβάτι... Η φαντασιοπληξία της τηλεθέασης, η βόλεψή του στο δημόσιο και οι επιδοτήσεις τον υβριδοποίησαν σε καταναλωτικό "αστυχωριάτη" με τραγικές δημογραφικές, πολιτισμικές και οικονομικές συνέπειες για την χώρα.

Πολιτική και φύση; Σχήμα οξύμωρο.

ΧΩΡΙΚΟΣ

Το φτυάρι σου, άνθρωπε, σκούριασε
κι αράχνιασε η δόλια ψυχή σου.
Δε ρέει ο ιδρώτας στον κόρφο σου•
Δε γειώνεται πια η ζωή σου.

Tο δάσος το έκανες ξέφωτο
και εξέπνευσαν όλοι οι θρύλοι.
Oι νύμφες το θρήνησαν, έφυγαν
και σίγησαν όλοι οι γρύλοι.

Πλαστικά ερπετά, διψασμένα,
ρουφούν τα νερά των πηγών σου.
Ήπιανε και τις νεράιδες
που 'παίρναν φωνές των παιδιών σου.

Λιθόκτιστους οίκους ερήμωσες•
κατοικείς σε τετράγωνους πλίνθους.
Θέατρο σκιών πια δεν παίζουνε
των λύχνων οι φλόγες στους τοίχους.

Aιωνόβιες ελαίες ξερρίζωσες,
τους κρίκους του χρόνου, της γης σου.
Tο μόνο που σου 'μεινε έρημε
είναι τ' άδειο κελί της ψυχής σου.

Πλαστικές καρέκλες ταιριάζουνε
τη μοίρα που έχεις χαράξει.
Σ' αυτές αργόσχολα κάθεσαι
αγνοώντας τι έχεις σπαράξει.

-Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου-

(Το κείμενο και το ποίημα εκδόθηκαν το 1996 στο βιβλίο του γράφοντος: «Οπλίτου Κραυγή».
Σήμερα, θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο «Ουδείς Προφήτης στον Τόπο του»...)