Η ΓΛΩΣΣΑ ΣΟΥ, ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ!

2017-11-20

«Ἀρχή σοφίας η των ὀνομάτων ἐπίσκεψις» (Αντισθένης)


«Εάν ο Σόλων και ο Περικλής μπορούσαν να επιστρέψουν από τα Ηλύσια πεδία και να καθόντουσαν σε κάποιο καφενείο της σύγχρονης Αθήνας, θα εξεπλήττοντο με το πόσο άνετα θα μπορούσαν να διαβάσουν μία εφημερίδα. Φυσικά, θα έπρεπε να εστιάσουν στην γραφή που είναι κατά πολύ μικρότερη από αυτήν της εποχής τους, θα εύρισκαν αρκετές καινούργιες λέξεις και ίσως θα κατέκριναν την απρόσεκτη γραμματική του δημοσιογράφου. Αλλά όπως και να έχουν τα πράγματα, η λογοτεχνική γλώσσα των σύγχρονων Ελλήνων είναι απολύτως κατανοητή για οποιονδήποτε που γνωρίζει την προ 2.500 χρόνια Ελληνική γλώσσα. ... Αλλά ακόμη και να ήταν η Ελληνική γλώσσα νεκρή σαν την Σανσκριτική, θα άξιζε να την μελετούμε. Επειδή από όλες τις γλώσσες του κόσμου, η πιο όμορφη είναι η Ελληνική όπως γραφόταν και ομιλείτο προ είκοσι αιώνες.»

(Εγκυκλοπαίδεια Compton's - 1956)

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε την ημερομηνία του ανωτέρω άρθρου για να καταλάβουμε ότι ο ξένος θαυμαστής της Ελληνικής γλώσσης που το έγραψε αναφέρεται στην καθαρεύουσα Ελληνική γραφή του τότε τύπου. Που να ήξερε ότι «προοδευτικές» δυνάμεις κάποτε θα στερούσαν αυτό το γόητρο από τις μέλλουσες γενιές των Ελλήνων. Πολλοί θα μας πουν ότι η καθαρεύουσα ήταν μια τεχνητή γλώσσα των λογίων, και όχι αυτή του λαού. Αυτό αληθεύει, αλλά δεν παύει να αποτελούσε σημείο αναφοράς το οποίο όταν χρησιμοποιείτο σωστά κυριολεκτικά «μάγευε» τον ακροατή, είτε Έλληνα ή ξένο. Πέραν τούτου όμως, ήταν και ένα γλωσσικό καθαρτήριο, καθώς, μέσω αυτής, όλες οι εισαγόμενες έννοιες εξελληνίζοντο. Εάν το football έγινε ποδόσφαιρο, το bicycle ποδήλατο και το television τηλεόραση, το οφείλουμε σε αυτή την τεχνητή γλώσσα.

Πράγματι, η μεγαλύτερη προσφορά της καθαρευούσης ήταν το ότι αποτελούσε μία πραγματική αντίσταση κατά των κακόηχων ξενισμών που σήμερα εισρέουν ανεξέλεγκτα με βάναυσες επιπτώσεις στην γλωσσική έκφραση των νεοελλήνων. Στην εποχή της ουδείς δημοσιογράφος θα τολμούσε να περιγράψει το αίσιο τέλος μίας ιστορίας λέγοντας «χάπι εντ», την συνέντευξη τύπου με το «πρες κόνφρενς» ή την αγωνία με το «σασπένς». Η καθαρεύουσα είχε επίσης επαναφέρει ένα μέρος της μουσικότητος της αρχαίας στις καταλήξεις με το τελικό 'ν' όπως στο χρηματιστήριον, καφενείον κλπ. Εν τω μεταξύ η γενική ουσιαστικών όπως της πόλεως, του Πλάτωνος, της Αρτέμιδος, του Περικλέους και της Ελλάδος ηχούσε πολύ μελωδικότερα από τα αντίστοιχα «μαλλιαρά» ακούσματα της πόλης, του Πλάτωνα, της Άρτεμης, του Περικλή και της Ελλάδας.

Εν τούτοις, η διγλωσσία πολλά δεινά επέφερε στον λαό, με αποκορύφωμα τα «θλιβερά επεισόδια» στις αρχές του 20ου αιώνος όταν αρκετοί άνθρωποι έχασαν την ζωή τους σε διαδηλώσεις μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων. Και ενώ επιτέλους λύθηκε αυτό το θέμα με την καθιέρωση της δημοτικής, φαίνεται ότι από το ένα άκρο (της άκαμπτης αρχαΐζουσας) σταδιακά πορευόμαστε προς το άλλο, δηλαδή της σταδιακής γλωσσοκτονίας. Οι φράσεις τυποποιούνται μέσα από τα Μ.Μ.Ε., ενώ οι ξένες επιδράσεις στους νέους, ελλείψει ποιοτικής παιδείας, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στο λεξιλόγιό τους.

Μία δικαιολογία που συχνά προβάλλεται για την αυτή κατάσταση είναι ότι η κάθε γλώσσα, ως ζωντανός οργανισμός που είναι, εξελίσσεται ανάλογα με τις ανάγκες των καιρών. Σύμφωνα. Αλλά η Ελληνική, αντιθέτως με όλες τις άλλες Ευρωπαϊκές γλώσσες, δεν χρειάζεται να εισάγει ξένα λήμματα την στιγμή που διαθέτει την πλαστικότητα να παράγει τα δικά της. Είναι οξύμωρο να καταφεύγει η πανανθρώπινη επιστήμη στην αρχαία Ελληνική για την σύσταση νέου λεξιλογίου ενώ οι εν Ελλάδι αφήνουν τη «νερομάνα» των γλωσσών έρμαια στην ασύδοτη μόλυνση.

Αν μη τί άλλο, η λέξη «ξενομανία» φαίνεται να είναι αμετάφραστα Ελληνικό φαινόμενο, όπως αποδεικνύεται κοινωνιογλωσσολογικά, καθώς δεν υπάρχει ως λέξη ή έννοια σε άλλη Ευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά και ιστορικά, καθώς ο Παυσανίας παρατηρεί κατά την περιήγησή του στον Ελληνικό χώρο την εποχή της παρακμής 64 μ.χ. ότι:

«Έλληνες αεί εν θαύματι τιθέασι τα αλλότρια ή τα οικεία», δηλαδή «Οι Έλληνες πάντοτε θαυμάζουν τα ξένα παρά τα δικά τους».

Οι Εβραίοι, προς τιμήν τους, επανέφεραν μία νεκρή γλώσσα σε καθημερινή χρήση, ενώ εμείς περάσαμε την ζώσα δική μας μέσα από το κόσκινο της πολιτικής. Όσοι τάσσονται υπέρ του πολυτονικού και της καθαρευούσης χαρακτηρίζονται «ακροδεξιοί», ενώ οι υπέρμαχοι της δημοτικής, «προοδευτικοί».

Αναδιφώντας τους "αρμούς" ανάμεσα στα άκρα, θα μπορούσαμε να χαράξουμε μία χρυσή τομή επιτρέποντας την Ελληνική να αναθάλλει με την μουσικότητα της καθαρευούσης και την δομή της δημοτικής αντλούμενη από την αστείρευτη πηγή της αρχαίας, επειδή, εξ άλλου, σε όλες τις εκφάνσεις της η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και αδιαίρετη. Κάτι τέτοιο όμως φαντάζει ουτοπικό, καθώς σήμερα υπάρχουν μάλιστα και πανεπιστημιακοί που αδιάντροπα προτείνουν περαιτέρω αλλοιώσεις όπως το «ατονικό» σύστημα, την «φονιτικί γραφί» έως και την εφαρμογή του λατινικού αλφαβήτου στα Ελληνικά γράμματα. Ήδη κυκλοφορεί ένα βιβλίο υπό τον τίτλο ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ, βάσει του οποίου «επιμορφώνονται» εις το Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών διάφοροι κλάδοι εκπαιδευτικών, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο θα ήταν δυνατόν να συνηθίσει το «σωβινιστικό» μάτι των Ελλήνων την λατινική γραφή της γλώσσας μας. Ήδη όλο και περισσότεροι χρήστες του διαδυκτίου αλληλογραφούν Ελληνικά δια της λατινικής γραφής.

Μέσα από την τρέχουσα τρομοκρατία των όρων «σωβινισμός», «ρατσισμός» και «εθνικισμός», αναδύεται μια μερίδα πολέμιων της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών στα σχολεία ισχυριζόμενοι ότι αυτά τροφοδοτούν την έπαρση και τον εθνικισμό. Εν τω μεταξύ, το άλλοτε πλούσιο λεξιλόγιο στα σχολικά βιβλία, καθώς και η ορθογραφία πολλών λέξεων, ελαττώνεται επικίνδυνα. Δεν μπορώ να κατανοήσω προς τι είδους πρόοδο οδεύουμε όταν μεθοδικά και σκοπίμως αφαιρούμε την μνήμη από την μορφή της ελληνίδος φωνής, εκτός εάν πρόοδο εννοούμε αυτό που προέβλεψε κατά τρόπον εφιαλτικό ο Όργουελ στο βιβλίο του «1984»:

«Δεν αντιλαμβάνεσαι την ομορφιά της καταστροφής των λέξεων. Δεν καταλαβαίνεις ότι η 'Νέα Γλώσσα' είναι η μόνη της οποίας το λεξιλόγιο μικραίνει. Δεν βλέπεις ότι σκοπός της είναι να στενέψει τα όρια της σκέψεως. Τελικώς θα καταστήσουμε πρακτικώς αδύνατον το 'έγκλημα του σκέπτεσθαι', διότι δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς.»

Ίσως και να μην απλώς προέβλεψε, αλλά να διείδε τα τεκταινόμενα, δηλαδή να αφουγκράστηκε με μεγαλύτερη ευαισθησία τα σημεία του καιρού του. Εξ' άλλου, τι πιο χειραγωγήσιμο και εύπλαστο από ένα μη σκεπτόμενο ον; Πως αλλιώς θα επιτευχθεί μία επιθυμητή για τους καιροσκόπους παγκοσμιοποίηση;

Όλα αυτά μπορούν να καταπολεμηθούν μόνον εάν συνειδητοποιήσουμε ότι η Ελληνική μας γλώσσα είναι ένα ατόφιο, αδιαμφισβήτητο δείγμα της πολιτισμικής μας κληρονομιάς για το οποίο πρέπει να αισθανόμαστε υπερήφανοι. Όχι πως δεν υπάρχει μεγαλείο σε όλες τις γλώσσες της υφηλίου, αλλά οι Ελληνόφωνοι έχουν το μοναδικό προνόμιο της ετυμολογικής και συνεπώς εννοιολογικής αμεσότητος με τις λέξεις τους, όπου το σημαίνον είναι και το σημαινόμενο. Ενώ ο Ευρωπαίος νοιώθει τη γλώσσα του μόνο όταν γράφει, δεδομένου ότι είναι λογοτέχνης, ο συνειδητοποιημένος κάτοχος της Ελληνικής χαίρει, επειδή οι ρίζες της γίνονται εύκολα αντιληπτές. «Έξυπνο» καλούμε αυτόν που βρίσκεται εκτός «ύπνου» (εξ + ύπνος). «Αυτοκίνητο» είναι το όχημα που 'αυτο - κινείται'. Γνωρίζουμε ότι αυτός που «σκοτώνει» αφαιρεί το φως, στέλνει κάτι ή κάποιον εις το «σκότος». «Ευτυχισμένοι» νοιώθουμε, όταν μας «ευνοεί» η «τύχη». Ξέρουμε ότι «Αλήθεια» είναι αυτό που δεν «λανθάνει» (από το στερητικό α- και «λήθη» εκ του «λανθάνω»). Όταν ο αγγλόφωνος, λόγου χάρη, χρησιμοποιεί τις αντίστοιχες λέξεις στην γλώσσα του ("clever", "car", "kill", "happy", "truth"), μολονότι οικονομικότερες στο συλλαβισμό τους, αρκείται στην απλουστάτη συσχέτιση ήχου - ιδέας, εφ' όσον δεν υπάρχει σημασιολογική πρόσβαση στις ρίζες τους ή στη σύνθεσή τους.

Όσοι συνειδητοποιούν αυτό το προνόμιο συνάπτουν 'ερωτική' σχέση με την Ελληνική γλώσσα. Ουδόλως τυχαίως, η ίδια λέξη 'λόγος' εμπεριέχει την έννοια του ερωτισμού, καθώς προέρχεται από το λέγω που αρχικά σημαίνει κοιμίζω, κατάκειμαι. Εξ ου και το 'συλλέγω', δηλαδή μαζεύω αυτό που κείται στο έδαφος. Σήμερα συναντούμε την αρχική της σημασία στη λέξη 'λεχώνα', από το 'λέχος' = συζυγική κλίνη, ανάκλιντρο. O συνειδητοποιημένος χρήστης της Ελληνικής, όταν 'συλλογίζεται' κατά τρόπο τινά πλαγιάζει ερωτικά με τα νοήματα που του αποκαλύπτουν οι ήχοι της Ελληνικής. Το εντρυφείν στη μνήμη που περιέχουν οι Ελληνικές λέξεις είναι σαν να ερωτοτροπεί με την Μνημοσύνη. Αυτός που εδραιώνει μία τέτοια σχέση με τη θεά της Μνήμης δέχεται και επισκέψεις από τις κόρες αυτής, δηλαδή τις Μούσες - κάτι το οποίο τον οδηγεί στην δημιουργία.

Παρ' όλες τις δομικές αλλαγές που έχουν επιφέρει οι καιροί και οι παρά φύσιν "πολιτικές" παρεμβάσεις στην Ελληνική γλώσσα, ο κορμός της παραμένει αναλλοίωτα Ελληνικός από τα χρόνια του Ομήρου. Είναι πράγματι κρίμα να διδάσκεται η αρχαία Ελληνική ως νεκρή στα ξένα πανεπιστήμια αλλά και στον Ελληνικό χώρο χωρίς να επισημαίνεται ο συσχετισμός των δύο μορφών. Φερ' ειπείν, η λέξη «ψάρι» ξενίζει τον μελετητή της αρχαίας Ελληνικής καθώς έχει μάθει μόνο το «ιχθύς». Το ψάρι όμως προέρχεται από το αρχαίο «οψάριον», υποκοριστικό του «όψον» που σήμαινε προσφάγι ή και βραδινό γεύμα. Επειδή οι αρχαίοι συνήθως έτρωγαν ιχθύν αργά το βράδυ, δηλαδή οψές όπως στο απόψε, το οψάριον ταυτίστηκε με το ιχθύς. Κατά τρόπο τινά η ιστορία της λέξεως μας συμβουλεύει ότι το βραδινό γεύμα πρέπει να είναι ελαφρύ. Η λέξη «νερό» επίσης ξενίζει αυτόν που γνωρίζει μόνο το «ύδωρ» καθώς δεν έχει διδαχθεί ότι όταν ένας αρχαίος Έλλην παρήγγειλε πόσιμον ύδωρ, ζητούσε «νεαρόν ύδωρ», δηλαδή φρέσκο νερό, εξ ου και το «νεαρός», δηλαδή «φρέσκος στη ζωή».

Το ερώτημα «ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη λέξη, το όνομα και το πράγμα που αυτή ονομάζει» πάντοτε υπήρξε φλέγων θέμα στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία. Κατά τον Πλάτωνα, η αιτιακή σχέση πραγματικότητας - ονόματος χάνεται στη δίνη της γλωσσικής πολυμορφίας και αλλαγής. Η γλώσσα, λοιπόν, διαστρέφει μάλλον παρά αντανακλά την αληθινή φύση των πραγμάτων. Εν τω μεταξύ ο Αριστοτέλης δεν αναζητά καν σχέση ονομάτων-πραγματικότητας. Η ιδέα ότι η νόηση χρησιμοποιεί εικόνες της πραγματικότητας τις οποίες κατασκευάζει και όχι τα ίδια τα πράγματα, αποτελεί αντικειμενική αριστοτελική αλήθεια. Μεσολαβεί η ανθρώπινη διάνοια, ώστε οι λέξεις να γίνονται σύμβολα των εικόνων της νόησης, όχι των ίδιων των πραγμάτων, και τα ονόματα να αποκτούν νόημα. Με βάση αυτό, η αλήθεια και το ψεύδος είναι ιδιότητες του λόγου, όχι των ονομάτων. Άλλωστε, τα ονόματα είναι πεπερασμένα, ενώ τα πράγματα απειράριθμα. Άρα δεν είναι δυνατή η αντιστοιχία ένα προς ένα. Επιπλέον, τα ονόματα έχουν νόημα ακόμα κι αν δεν αναφέρονται σε υπαρκτά πράγματα, αλλά σε αντικείμενα της σκέψης, όπως π.χ. η πλατωνική ιδέα.

Όμως και οι δύο μεγάλοι φιλόσοφοι μιλούσαν εκ του ασφαλούς για το θέμα της γλώσσας, καθώς χειριζόντουσαν την ανώτατη μορφή του ανθρωπίνου λόγου (δηλαδή την Ελληνική γλώσσα) που τους επέτρεπε να μεσουρανούν φιλοσοφικά, χωρίς να την συγκρίνουν με άλλες. Ίσως εάν γνώριζαν τις σύγχρονες μορφές των διαφόρων ευρωπαϊκών γλωσσών, θα διαπίστωναν πόσο απέχει το σημασιολογικό εργαλείο της Ελληνικής λαλιάς από τα απλούστατα ηχητικά ερεθίσματα των άλλων. Πάντως, κατά οξύμωρο τρόπο, οι ίδιοι χαρακτήριζαν «βάρβαρους» τους μη Ελληνόφωνους, διαφοροποιώντας αυτούς από τους πολιτισμένους Έλληνες βάσει των ήχων 'βαρ, βαρ' των γλωσσών τους.

Η ετυμολογία των Ελληνικών λέξεων, λοιπόν, κομίζει μνήμη και γνώση πέρα από τα σημαινόμενα. Περιέχει σοφία και ψυχή. Οι πραγματικές αξίες των εννοιών, αλλά και 'του ωραίου και του αληθινού' βρίσκονται εκεί, στην κατ' εξοχήν καλλιεργημένη γλώσσα που για τριάντα και πλέον αιώνες σφυρηλατήθηκε από την έκφραση λεπτών εννοιών της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της θεολογίας και του πολιτικού λόγου, δηλαδή των εννοιών του ανθρωπισμού.

Για τον μελετητή της αρχαίας Ελληνικής, λοιπόν, η νέα Ελληνική αποκαλύπτει την αδιάκοπη συνέχεια ενός δυνατού εργαλείου του ύψιστου επιπέδου επικοινωνίας, ενώ για τον σύγχρονο Έλληνα, η γλώσσα του πρέπει, έστω και βασανιστικά, να του θυμίζει αυτό που ήταν και αυτό προς το οποίον οφείλει να οδεύει.


Η ΓΛΩΣΣΑ ΣΟΥ ΕΛΛΑΔΑ

Στου μεγαλείου σου τη στάχτη με γέννησες Eλλάδα

και έκτοτε, εγώ ο άμοιρος την τέφρα ψαχουλεύω

το μάρμαρο της δόξας σου να βρω να ξαναστήσω.

Σποδός ανασηκώνεται, τα μάτια μου θολώνει

και μόνο ο απόηχος της γλώσσας σου με φτάνει

Oι φθόγγοι της στο άπειρο του χρόνου ενηχούνε

Σαλεύοντας στον άνθρακα, ερείπια του φωτός σου

αδρανοκουφοκαίγοντας το πέπλο σου φωτίζουν.

Eλλάδα πολυπόθητη, απόμακρη μητέρα,

στ' αβυσσαλέο πέπλο σου αναδιφώ αιώνες

που θώπευες τα τέκνα σου, που περίσσια αγαπούσες.

Ω μακρινή μητέρα μου, την στοργή σου χάρισέ μου,

ίνα αντλήσω δύναμη, τα μάρμαρα ν' αδράξω,

τη γλώσσα μνημονεύοντας τον λόγο να χαράξω.

Εγείροντάς την ευπρεπώς, τη δόξα να στηρίξω,

να μ' ασπασθείς, αντάξιο με σε να ξανασμίξω.

-Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου- 1994