Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΡΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΩΝΑ

2017-01-30

ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥ ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ 22-2-2009


California, Πάσχα του 1980. Στο προαύλιο της εκκλησίας της εκεί Ελληνικής κοινότητος ομογενείς χορεύουν και σουβλίζουν αρνιά. Κάποια στιγμή φτάνει και κάποιο «Greek Club» (Ελληνική Λέσχη) μεσόκοπων αμερικανών που θέλουν να συμμετέχουν με τους Ελληνικούς χορούς που έχουν μάθει. Βλέποντας καουμπόικους τύπους και τύπισσες να χορεύουν καλαματιανά και τσάμικα... δεν θα μπορούσε να μη πέσει πολύ γέλιο.

Κι όμως..., αυτοί το έχουν πάρει σοβαρά. Όπως πολλοί συμπατριώτες τους, απεγνωσμένα ψάχνουν κάποια ταυτότητα. Επιδιώκουν κάτι «έθνικ» (όπως αποκαλούν τα έξω από αυτούς παραδοσιακά). Κι αυτό επειδή επιζητούν διέξοδο από την εσωστρέφεια μίας κοινωνίας χτισμένη γύρω από την ιδιωτεία και το μπαρ. Τους αρέσει που έχουν την ευκαιρία να δέσουν χέρια με συνανθρώπους σε χορούς όπου τα μάτια συναντιώνται και το κέφι μοιράζεται στο φως τις ημέρας. Τους αρέσει η ταύτιση με μία αρχέγονη, πλούσια παράδοση που δένει, αντί να χωρίζει.

Πιτσιρικάς, γελάω κι εγώ. Εκ του ασφαλούς, βέβαια. Γνωρίζω ότι ο δικός μου πολιτισμός, όντας πλούσιος, δεν αφήνει περιθώρια να νοιώσω την ανάγκη να πιθηκίζω άλλους. Όχι πως δεν είναι ωραίο να παρατηρεί κανείς άλλους πολιτισμούς. Αντιθέτως... Αρκεί να κατέχει βιωματικά τον δικό του.

Τα χρόνια περνούν. Ελλάδα, 2009. Οδηγώντας, βάζω το ράδιο στο 1ο πρόγραμμα της κρατικής ΕΡΤ. Κάποιος Γιάννης Πετρίδης ανακοινώνει ότι «στις τέσσερις κάθε απόγευμα παίζει την μουσική που... πρέπει ν' ακούσουμε: την μουσική που δένει το παρελθόν με το μέλλον». Περίεργος και εθισμένος με οτιδήποτε διαχρονικό, αδημονώ ν' ακούσω αυτό που... «επιβάλλεται». Φανταζόμενος ένα μίγμα παλαιάς και νέας Ελληνικής μουσικής, εκπλήσσομαι όταν ακούω τους στίχους «You sexy mother f---er» (Αφροαμερικάνικο υβρεολόγιο σε σόουλ) και τον δικό μας Γιάννη να σχολιάζει με ενδελεχή σοβαρότητα το ιστορικό του καλλιτέχνη... επιδιώκοντας να επιδείξει και τις αγγλικές του γνώσεις με βαριά Ελληνική προφορά. ( Και μάλιστα, σε όλες τις εκπομπές του «κρατικού» μας 1ου προγράμματος, η αναλογία Ελληνικής προς ξένης μουσικής (ακόμη και στα διαλλείματα κατά τις πολιτικές συζητήσεις) είναι 1 προς 10, μη λαμβάνοντας υπ' όψιν τις μυριάδες Ελληνικές απομιμήσεις της ξένης.

Ωστόσο, κάποιο Λύκειο στην πόλη μου έχει διοργανώσει διαγωνισμό χορού. Όμως εδώ τα χέρια των χορευτών δεν συναρμόζονται πλέον. Την μια πέφτουν στο πλάι κι άλλοτε σπασμωδικά ψάχνουν αέρα. Κορμιά αλλόκοτα συσπώνται ενώ μάτια ουδέποτε συναντιώνται. Χιπ Χοπ, σου λέει... Μαθαίνω ότι έχουν ανοίξει ολόκληρες σχολές όπου ώρες επενδύονται για να επιτευχθεί η τέλεια αμερικανο-αράπικη απόδοση. Και μάλιστα μαζί με τα... «Λάτιν», φέρνουν δεύτερες τις σχολές Ελληνικών χορών, όπου εναπομείναντες ρομαντικοί στέλνουν τα παιδιά τους να μάθουν αυτό που κάποτε βιωματικά μαθαίνονταν σε όλες τις κοινωνικές εκφάνσεις του τόπου.

Κι εδώ ακούω πολύ γέλιο. Αλλά όχι από παρευρισκόμενους. Ηχεί μακρινός γέλωτας... απόηχος Ολυμπίων. Αναρωτιέμαι. Λες να διασκεδάζουν οι θεοί με την ειρωνεία του ότι την ίδια εποχή που οι ομογενείς μας χλεύαζαν τους προαναφερόμενους Αμερικανούς, εμείς «στο Ellada» σκοτώναμε αυτό που μας έδενε τα χέρια όποτε χορεύαμε; Μήπως αυτό που φονεύσαμε, δια της εμμονής μας με έναν Δυτικό τρόπο ζωής, ήταν αυτό που ο Ησίοδος επικαλλείται στην «Θεογονία» ως την κατ' εξοχήν ενωτική δύναμη; Δεν εξηγείται αλλιώς. Μάλλον καταφέραμε καίριο πλήγμα σ' αυτόν τον τύπο που φτερούγιζε πάνω από την εναρκτήρια φαντασμαγορική πομπή των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 2004 - τον Έρωτα... ή αλλιώς, τον Ελληνικό Ερωτισμό.

Εδώ, θα αναρωτιέστε για ποιόν ερωτισμό μιλάω. Μα, αυτόν που μόνο η Ελληνική λαλιά κατέχει, καθώς είναι η μόνη γλώσσα που μπορεί να πει «Έρωτα» χωρίς η λέξη να ασφυκτιά στην πράξη της συνουσίας και στον αισθησιασμό, όπως συμβαίνει με όλες τις δυτικές γλώσσες που την έχουν δανειστεί. Όποιος εντρυφά στον Ελληνικό λόγο αναγνωρίζει ότι ο Έρως, που κατά τον Ησίοδο προϋπήρχε της ίδιας της δημιουργίας, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να ενώσει τα αντίθετα για να επιφέρει συνθέσεις, ή αλλιώς, Αρμονίες. Από τον Όμηρο, ο Ελληνικός Έρως κατέχει θέση αρχής ως η μοναδική δύναμη που μπορεί να διερμηνεύσει και να εκφράσει το μεγαλείο: την ομορφιά. Η σημασία της ομορφιάς αυτής είναι τόσο θεμελιώδης, ώστε κάνει την ζωή άξια να την ζει κανείς. Η ίδια η ελληνική γλώσσα, εμποτισμένη με αυτή την αρχή, είναι η μόνη στην οποία το «λέγω» αρχικώς σημαίνει «πλαγιάζω ερωτικά», η μόνη που θεωρεί τα πράγματα ερωτικά και τα περιβάλλει με ερωτική φροντίδα. Και επειδή ο Έρως διεισδύει στο βάθος των πραγμάτων για να αποκαλύψει την ομορφιά πέρα από την επιφάνεια, η Ελληνική γλώσσα, ερωτευμένη με τον κόσμο της αλήθειας και την αλήθεια του κόσμου, αποκαλύπτει αυτή την αληθινή ομορφιά.

Εκεί που δεν υπάρχει Έρως, δεν υπάρχει τέτοια αποκάλυψη. Δεν είναι τυχαίο που συχνά αποδίδουμε την δυστυχία πολλών συνανθρώπων μας στο ότι είναι «ανέραστοι», με την έννοια ότι δεν έχουν συγκινήσει ή συγκινηθεί αρκετά, δεν έχουν εμπνεύσει ή εμπνευσθεί αρκετά, δεν έχουν ξετρελάνει ή ξετρελαθεί αρκετά με αυτό το πάθος που θα προσέλκυε το ταίρι με το οποίον θα εναρμονιζόντουσαν για να αποκαλύψει ο ένας στον άλλον την ομορφιά για την οποία αξίζει να ζει κανείς. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ανολοκλήρωτος.

Όμως υπάρχουν και «ανέραστες» κοινωνίες. Όταν ένας πληθυσμός δεν λειτουργεί «κοινοτικά» (και άρα ανθρωποκεντρικά) για να δημιουργεί τις προϋποθέσεις συνεύρεσης τον μελών της, σκοτώνει το πεδίο δράσεως του φτερωτού θεού. Οι συνέπειες; Όπως ο στερημένος από έρωτα συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα μέσα στο κενό των συναισθημάτων του, έτσι και μία ανέραστη κοινωνία επικεντρώνεται σε αξίες πολύ μακριά από το φως της αλήθειας και άρα από την ίδια την ομορφιά. Στην προσπάθειά της να γεμίσει το κενό, παρεκλίνει της ευπρέπιας. Στρέφεται στην υπερκατανάλωση και πλήττει το περιβάλλον του πλανήτη δημιουργώντας «οικο-νομίες» που κάθε άλλο παρά δικαίως «νέμουν» την «οικουμένη».

Εδώ, τολμώ να πω ότι η Δύση, την οποίαν εμείς προσφάτως υψώσαμε σε υπέρτατο ιδεώδες, «είναι αναμφίβολα ανέραστη». Αυτό επεσήμανε και ο ίδιος ο Φρόιντ. Μάλιστα, όταν ο πατέρας της επιστημονικής ψυχανάλυσης ερωτήθηκε εάν υπήρχε ελπίδα για την αυτοκαταστρεπτική πορεία του Δυτικού κόσμου, αυτός απήντησε: «Τι θεραπεία μπορεί να υπάρξει για έναν οργανισμό του οποίου η καρδιά έχει πάψει να χτυπά;» Πάντως, εγώ θα το προχωρήσω ένα βήμα παρά πέρα, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε χτύπησε η καρδιά του έρωτος στην Δύση. Κραυγαλέα απόδειξη είναι η παντελή απουσία της ίδιας της λέξης σε όλες τις Δυτικές γλώσσες, όπου ακόμη και το ρήμα ερωτεύομαι εκδηλώνεται περιφραστικά με το αγαπώ, όπως το Αγγλικό «I fall in love» (πέφτω σε αγάπη). Ακόμη τραγικότερο είναι το ότι δεν υπάρχει Δυτικός που μπορεί να πει 'ανέραστος' για να αιτιολογήσει την νοσηρή κατάσταση του κόσμου του. Η λέξη είναι ανύπαρκτη!

Από πού προήλθε αυτό το κενό; Γιατί είμαστε οι μοναδικοί που μπορούμε να πούμε «Τί ερωτικός που είναι ο Πουλόπουλος!», «Η ζωή είναι σκέτος έρωτας!», ή «Την καημένη! Είναι υστερική επειδή μάλλον είναι ανέραστη»; Όχι, δεν είμαστε η άρια φυλή, ούτε γόνοι... εξωγήινων, αλλά οι προνομιούχοι κληρονόμοι ενός πολιτισμού και γλώσσας που βίωσε μία μοναδικά υγιή πολιτισμική ανάπτυξη. Για να εκτιμήσουμε αυτό, πρέπει να ξυπνήσουμε από την λήθη ασκώντας την ιστορική μας μνήμη, και να παραλληλίσουμε τον Ελληνικό πολιτισμό με αυτό που εξελίχθηκε στην Δύση.

Όπως ένας άνθρωπος ολοκληρώνεται έχοντας βιώσει έντονα την εμπειρία όλων των ηλικιών του, σαν παιδί, ο Αρχαϊκός Ελληνισμός έπλασε μύθους και έπαιξε με ήρωες. Ερμήνευσε τον κόσμο ερωτικά και προσωποποίησε τις φυσικές δυνάμεις που τον περιέβαλλαν τόσο ανθρωποκεντρικά, οσο και η ομορφιά που εμπνέουν τα αγάλματα των θεών. Κατά την κλασσική περίοδο, ως έφηβος, έμαθε το κορμί του, εκδήλωσε τις ορμές του γευόμενος τον Έρωτα. Στην Ελληνιστική, ως ώριμος άνδρας πλέον, στοχάστηκε κι εξάπλωσε την επιρροή του, ενώ στα χρόνια του Βυζαντίου, σαν γέροντας, στράφηκε στο θείον για να σώσει την ψυχή του. Σήμερα, στα προχωρημένα γεράματα, τα λίγα κύτταρα που ακόμα διαθέτουν μνήμη δεν παύουν να ελπίζουν για μία «αναγέννηση» ή έστω κάποια «απορυτίδωση»...

Σε τι όμως μπορεί να ελπίζει μία γερασμένη Δύση που ουδέποτε βίωσε παιδική και εφηβική ηλικία; Όποτε προσπαθεί να αναγεννηθεί (βλ. Αναγέννηση) είναι καταδικασμένη να αρχίζει από τα Ελληνικά πενήντα - καθώς μεσήλικας ήταν ο Ελληνικός κόσμος όταν τον γνώρισαν οι πρώτοι Δυτικοί - οι τότε ημιβάρβαροι Λατίνοι. Φανταστείτε ένα πεντάχρονο αγοράκι ξετρελαμένο από ένα πλούσιο παιχνιδότοπο για μεγάλους να επιδιώκει το φέρεσθαι του μεσήλικα που δρούσε σ' αυτόν. Όμως, χωρίς το υπόβαθρο της ενηλικίωσης, το Λατινάκι έφερε τα πάνω κάτω: το 'πολιτικό θέατρο' έγινε 'αρένα αιματοχυσίας', το 'φιλοσοφικό συμπόσιο'... 'Λουκούλεια κραιπάλη', η 'πόλη-κράτος'... 'παμφάγος αυτοκρατορία', οι 'ελεύθεροι πολίτες'... 'προβατοποιημένοι υπήκοοι', και σημαντικότερο απ' όλα, ο «Έρωτας»... «σεξ».

Με άλλα λόγια, ο Ρωμαϊκός κόσμος γέρασε και εκφυλίσθηκε πριν την ώρα του. Αυτή η πρόωρη γήρανση εξαπλώθηκε και στον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο. Οι Ρωμαϊκές Λεγεώνες επέβαλλαν τον «πολιτισμό» τους σε πρωτόγονα Γερμανικά, Κέλτικα και Βρετανικά φύλα που δεν είχαν το υπόβαθρο να τον κατανοήσουν και να τον απορίψουν. Αυτοί οι λαοί γρήγορα εισέπεσαν στο βαθύ πολιτισμικό γήρας του θρησκευτικού δόγματος, καθώς μόνο αυτό θα τους απλούστευε τον πολύπλοκο κόσμο που τους είχε επιβληθεί. Δηλαδή, προτού καλά, καλά ερωτοτροπίσουν για μία αυτούσια ανάπτυξη, ένοιωσαν την ντροπή και τον θείο φόβο. Ας μην απορούμε, λοιπόν, για τα Μεσαιωνικά έκτροπα και τον ευνουχιστικό πουριτανισμό που ακολούθησαν.

Εξ αυτού του χάσματος, η μία αυτοκρατορία διαδέχτηκε την άλλη και αποικήθηκε η υφήλιος από δυτικοευρωπαίους για να απολαύσει το μόνο που μπορεί ένας «ανέραστος» οργανισμός: την ηδονή της κατανάλωσης. Η άκρατη ζήτηση αγαθών, εγκαθίδρυσε την ηθική της εργασιομανίας, με αποκορύφωμα την Βιομηχανική Επανάσταση που σήμανε την αρχή του τέλους του πλανητικού μας οικοσυστήματος. Με γνώμονα την παραγωγή που θα ικανοποιούσε τις υλικές ορέξεις των πληθυσμών της, η Δύση ουδέποτε ανέπτυξε τα ανθρωποκεντρικά θεμέλια που θα αναδείκνυαν τον σφαιρικά συγκροτημένο άνθρωπο. Με ηθική βάση τον πουριτανισμό και την προβατοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, η Δύση παρήγαγε και συνεχίζει να παράγει εξειδικευμένους εργάτες και επιστήμονες με εμμονή στο κέρδος, στην λεπτομέρεια και αδιαφορία για τις συνέπειες τις λεπτομέρειας στο σύνολο.

Μεθυσθείς εκ της αίγλης του υλικού πλούτου, ο Δυτικός άνθρωπος αποσύρθηκε στον ιδιωτικό του χώρο για να τον απολαύσει. Οικοδομήθηκε ένας κόσμος όπου κυριαρχεί η φράση «I want my privacy», δηλαδή «θέλω την ησυχία μου» με την έννοια της απομόνωσης από το κοινωνικό σύνολο - φράση που ουδόλως τυχαίως παραμένει αμετάφραστη στα Ελληνικά. Όπως ουδόλου τυχαίως οι πρόγονοί μας ταύτισαν την συσώρευση πλούτου ως αυτοσκοπό με την απομόνωση, το σκότος και την θλίψη - εμφανή στοιχεία στο πρόσωπο του θεού του Κάτω Κόσμου: τον Πλούτωνα...

Όπως ο Πλούτωνας βασιλεύει πάνω από τις ψυχές των νεκρών στον Άδη, έτσι και σε αυτές τις Πλουτώνιες κοινωνίες καταδυναστεύονται οι ανθρώπινες ψυχές από τον υλικό πλούτο, καταδικασμένες να νοιώθουν αβάσταχτη μοναξιά σε έναν κόσμο όπου οι σχέσεις παραμένουν χρησιμοθηρικές και εφήμερες. Όμως, αυτή η μοναξιά δημιούργησε μία έντονη ζήτηση απόδρασης και συνεπώς ένα προϊόν, τόσο ελκυστικό και τόσο προσιτό, που έμελλε να διεισδύσει και στις πιο παραδοσιακές κοινωνίες του πλανήτη: Την οθόνη.

Οι κερδοσκόποι της Δύσης γρήγορα συνειδητοποίησαν την δύναμη μίας μαζικής ενημέρωσης που όχι μόνο θα καθόριζε πολιτικές συμπεριφορές, αλλά θα δημιουργούσε και «Δυτικού τύπου» καταναλωτές σε όλο τον πλανήτη. Με τις ραγδαίες τηλεπικοινωνιακές εξελίξεις, ο υλικός πλούτος του Δυτικού κόσμου άρχισε να πλήττει την φαντασία του κάθε στερημένου ανά την υφήλιο, με έργα και τηλεοπτικές σειρές που ταύτιζαν την επιτυχία με την υλική χλειδή.

Το τηλεοπτικό φώς της Εσπερίας δειλά, δειλά κατέφθανε στην χώρα μας κατά τα τέλη της δεκαετίας του 60. Παρά την δικτατορία, όμως, είχαμε έναν δυναμικό νέο πληθυσμό με εθνική συνείδηση, ριζωμένο στις παραδόσεις και την φύση, που όχι μόνο παρήγαγε, αλλά και εξήγαγε πολιτισμό. Τότε, μάλιστα, κοροϊδεύαμε και τους αφελείς της ξενομανίας ως «Αμερικανάκια». Η ζωηράδα των χωριών μας με τα πανηγύρια και τα πολλά παιδιά ενέπνεε. Η Ελληνική μουσική, από τον Μάνο Χατζηδάκη έως και τους μελωδικούς ήχους του Νέου Κύματος, κόμιζε όλα τα συστατικά της Ελληνικής φύσης. Η φτώχεια της «Ψαροκώσταινας» κάθε άλλο παρά πτοούσε την Ελληνική ευπρέπεια που είχε εξυμνήσει και ο Αμερικανός συγγραφέας Henry Miller στο βιβλίο του, «Ο Κολοσσός του Μαρουσίου». Και μάλιστα, πολλοί ξένοι διανοούμενοι απέβλεπαν στην αναγέννηση ενός Ελληνισμού που θα καθοδηγούσε εκ νέου τον παραπλανημένο κόσμο της Δύσης.

Τους προδώσαμε. Εκπληρώνοντας και την προφητεία της Εγκυκλοπαίδειας Βρετάνικα που το 1973, με ανησυχητική διορατικότητα, έγραφε: «Το μέλλον της Ελλάδος είναι αβέβαιο, είτε πρόκειται για τις επικίνδυνες πολιτικές των Βαλκανίων, είτε για μία στενότερη, κερδοφόρο σχέση με την Δύση και την εκφυλιστική επίδραση των διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης».

Έως το τέλος της δεκαετίας του 70, ελάχιστα σπιτικά δεν συνδειπνούσαν με την τηλεόραση επικεφαλής στο τραπέζι. «Πωω! Κοίτα την αμαξάρα του Μαγκάιβερ. Αυτή είναι η ζωή!» «Αχ, και να είχαμε την τόλμη και γοητεία να κτίσουμε μία πισίνα σαν και αυτή του Ριτζ!». Σταδιακά όμως, η αφέλεια μετατράπηκε σε αποκτήνωση, καθώς τα εκ δυσμάς τηλεοπτικά πρότυπα γινόντουσαν όλο και πιο ανατρεπτικά.

Ό, τι έπαιζε στην οθόνη, δικαιολογούσε και την μετουσίωσή του στην κοινωνία... Κι όπως ένας ιθαγενής της ζούγκλας εντυπωσιάζεται από έναν απλό αναπτήρα, έτσι κι εμείς ζαβλακωθήκαμε από την υλική ευμάρια και τον σαγηνευτικό τρόπο ζωής της Εσπερίας. Ανταλλάξαμε ό, τι είχαμε και δεν είχαμε για να την αποκτήσουμε. Και για μία περίοδο τα καταφέρναμε μία χαρά... πάρε λίγο από εδώ, πούλα λίγο από κεί.. οι Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και το ξεπούλημα της Ελληνικής μας γης στήριξαν το όνειρο του «νεόπλουτου», ένα όνειρο του οποίου η πραγματοποίηση συγκρότησε την «ταφόπλακα» του Ελληνικού ερωτισμού και ευπρέπιας.

Γεμίσαμε τους δρόμους με ακριβά αυτοκίνητα, τις καφετέριες με πασαρέλες, τα μαγαζιά με ξενόγλωσσες επιγραφές και αντιστοίχως ξεχάσαμε τον περίπατο, εκπορνεύσαμε το ειδύλιο, πετσοκόψαμε την γλώσσα. Το Ομηρικό «πω, πω!» εκτοπίστηκε από την έλευση του αποχαυνωτικού «γουάο!» Οι αμπελοφιλοσοφικές παρέες υπέκυψαν στον θρίαμβο της τηλεοπτικής «τιποτολογίας», όπου άτομα που, παλαιότερα, το μόνο μέλλον προς το οποίο θα μπορούσαν να αποβλέπουν ήταν αυτό ενός «καρπαζοεισπράκτορα», τώρα πια αποτελούσαν πρότυπα προς μίμηση και καθοδηγούσαν συμπεριφορές...

Κατόπιν, στείλαμε και τα παιδιά μας στην Πλουτώνια Εσπερία για σπουδές, αλλά ανομοίως με τον Οδυσσέα που επέστρεψε στο Ελληνικό φως αφού είχε επισκεφτεί τον Άδη, τα περισσότερα δεν θα επέστρεφαν ποτέ, τουλάχιστον ψυχικά. Χάσανε τον Έρωτα στον Κάτω Κόσμο όπως και ο Ορφέας την Ευρυδίκη.

Αποκομμένοι από την Ελληνική φύση, ξεκόψαμε κι από την μουσική που κελάριζε με τα νερά μας, ερωτοτροπούσε με τα βουνά και έσμιγε με τον φλοίσβο του αιγιαλού. Σκοτώσαμε την μουσική μας επειδή σκοτώσαμε τις Ελληνίδες Μούσες και τους συγχορευτές τους: όλους αυτούς που χόρευαν κυκλικά εκεί στον Ελικώνα με τα χέρια δεμένα - τον Άρη, την Αφροδίτη, την Αρμονία και τις τρείς Χάριτες. Δηλαδή την λεβεντιά, την ομορφιά, την χάρη και το προϊόν του Έρωτος - την Αρμονία! Σκοτώσαμε και το φως, τον ίδιο τον οργανοπαίκτη του χωρού, τον Απόλλωνα.

Τώρα αντί για μουσική στο φως αναζητούμε ακούσματα στο σκότος. Ξεφαντώνουμε όταν η ζωή κοιμάται. Τα κεφάλια μας ανεβοκατεβαίνουν αυτιστικά στους ήχους του ροκ, ρέιβ, ραπ, χιπ χοπ και ποπ. Κεφάλια μπολιασμένα με τα εξ Εσπερίας ακούσματα που οδηγούν την διάθεση στα καταχθόνια, όπως δηλώνει και η νεκρική, τερατόμορφη θεματολογία των «χεβι-μεταλλάδων». Μακριά από το Ελληνικό φως, ηχούν ωρυγές ξεπεταγμένες από τις μεγαλουπόλεις ενός πρόωρα γερασμένου, ανέραστου κόσμου, του οποίου ακόμη και οι μπαλλάντες ηχούν σαν βογκητά οδύνης που έπονται της κόπωσης των στριγκλιών.

Στοίχους του πάλαι ποτέ Ελληνικού ερωτισμού όπως, «Ήσουνα φεγγάρι, ήμουνα πουλί, και πέταξα ψηλά για να σε φτάσω, αλλά προτού φτάσω στο φιλί σε έσβησε η Ανατολή» τους έσβησε... η Δύση.

Αποποιούμενοι την ταυτότητά μας, ασελγώντας στην γλώσσα μας και περιφρονώντας τους προγόνους, διαπράξαμε την υπέρτατη ύβρη. Και η Ύβρις τιμωρείται· ειδικά όταν παρεμβαίνεις στην φύση χωρίς την επιλεκτική διαδικασία του Έρωτος. Άξια των εγκλημάτων μας η τιμωρία: Μεταμορφωθήκαμε σε υβρίδια. Όπως τον τραγέλαφο, ή το μουλάρι που είναι καταδικασμένο να παραδέρνει στην διχασμένη ταυτότητά του και στην στειρότητα, το πάντρεμα του Ελληνικού φωτός με το σκότος της Πλουτώνιας Δύσης παρήγαγε αυτό που σήμερα είμαστε: Ελληνόφωνες βάρβαροι που αναμασούμε ξένη τροφή χωρίς να παράγουμε δική μας. Στην υβριδική μας στειρότητα ούτε καν Ελληνικά εργατικά χέρια παράγουμε πλέον στο κουφάρι του πολιτισμού μας. Αυτό το κληροδοτήσαμε στους αλλοδαπούς μετανάστες.

Ως Ελληνόφωνο υβρίδιο, δεν γνωρίζεις πλέον ότι η λέξη «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» δεν σημαίνει κέρδος ή αποταμίευση, ούτε αναφέρεται σε κάποιους αόριστους «νόμους» του οίκου σου, αλλά στην ορθή «νομή» του «οίκου» σου, της πόλης σου, της χώρας σου.

Έχω ρωτήσει Ελληνόφωνες «οικονομολόγους» να μου αναλύσουν την λέξη της επιστήμης που υπηρετούν και αγνοούν την ρίζα που από μόνη της διδάσκει ότι πρέπει να «νέμεις» δικαίως και ευφρόνως την παραγωγή του οίκου σου. Δηλαδή, δεν πετάς πορτοκάλια σε χωματερές για να εισάγεις Μερσεντές... Δεν φιλοξενείς, ούτε ταΐζεις ξένους στο σπίτι σου, στον οίκον σου, χωρίς να νέμεις τροφή πρωτίστως στα δικά σου παιδιά. Δεν νέμεις το νέο, εργατικό δυναμικό της χώρας σου πίσω από τα θρανία και στις δημόσιες υπηρεσίες για να εισάγεις ξένα χέρια να δουλέψουν την γη σου. Τότε μόνο διαθέτεις το «κύρος» να είσαι «κύριος» του οίκου σου, δηλαδή «εν-οικο-κύρης», νοικοκύρης...

Όταν δεν νέμεις τα πράγματα σωστά, αυτό δεν σε «τιμά» ως νοικοκύρη. Χάνεις το κύρος σου, την «τιμή» σου. Τότε έπεται η θεά ΝΕΜΕΣΙΣ, που «ορά» την χαμένη σου τιμή και σε «ΤΙΜΩ-ΟΡΑ». Η ΝΕΜΕΣΙΣ «νέμει» την δικαιοσύνη και την αντίστοιχη «τιμωρία» στον «Α-ΤΙΜΟ»...

Κι αν κάποτε ήμασταν πολυθεϊστές, να σου που ήλθε η ώρα να ασπασθούμε τον έναν και μοναδικό θεό που τυγχάνει να είναι και Ελληνικής προελεύσεως:

Χαίρε Πλούτωνα, αγέλαστε θεέ του εφήμερου πλούτου και των νεκρών!

Εμείς είμαστε η γενιά σου και σε σένα θυσιάσαμε το έθνος και τα παιδιά μας, αν και δεν κάναμε πολλά, εντρυφώμενοι στα εφήμερα αγαθά που μας προσέφερες. Κοίτα τα, έχουν υιοθετήσει και το θλιμμένο σου ύφος και ακούν την καταχθόνια μουσική σου. Ανέραστα πλέον, δεν σμίγουν πια. Τα χέρια τους πέφτουν στο πλάι, μοναχικά, και αυτιστικώς κουνάνε τα κεφάλια...

ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥ 2009