ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ

2017-02-16

Η μουσική επίδραση στο παράστημα ενός ανθρώπου, ενός λαού...

Η πεζή φαντασία έχει πειστεί από τους "αντι-συνοριακούς" παγκοσμιοποιητικούς μας καιρούς ότι η "μουσική δεν έχει σύνορα..."

Η πεζή φαντασία επίσης έχει πειστεί ότι δεν υπάρχει 'κακή' μουσική, εφ' όσον τα γούστα είναι "υποκειμενικά".

Αντιθέτως, όχι μόνο ακουστικά σύνορα υπάρχουν, αλλά, αναλόγως με την ποιότητα που περικλείουν, επιδρούν στο παράστημα, στην όψη και στην διάθεση των περικλειομένων - όπως και υπάρχουν κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να ξεχωρίσει κανείς την 'καλή' μουσική από την 'κάκιστη.'

Ως προς τα 'σύνορα', φυσικά δεν υπάρχουν σύνορα εμβέλειας κάποιου είδους μουσικής, αλλά σίγουρα υπάρχουν σύνορα γύρω από την προέλευσή της, δηλαδή τον τόπο και τις συνθήκες που ενέπνευσαν κάπια σύνθεση.

Για παράδειγμα, όσες φορές κι αν ακουστεί η ελαφροπενιά του μπουζουκιού στην Νέα Υόρκη, ή οι ρυθμοί της Σάμπα στην Αθήνα, το πρώτο δεν θα παύει να αναγάγει τον μέσο ακροατή στην Ελλάδα και το δεύτερο στο Ρίο Ντε Τζανέιρο.

Ωστόσο, τα στοιχεία του εκάστου πολιτισμού που έχουν διαμορφώσει μία μουσική σύνθεση όχι μόνο αναγάγουν κάποιον στον τόπο προέλευσής της αλλά και επιδρούν στον ψυχισμό του ακροατή με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Βάσει αυτής της αξίας θα πρέπει να σταθούμε και να επιλέξουμε με τι είδους πολιτισμό θα θέλαμε να εμποτίσουμε τους εαυτούς μας.

Εδώ τίθεται το ερώτημα ποια μουσική μας κάνει καλό, και ποια μας κάνει κακό, ασχέτως με το ποιο άκουσμα μας αρέσει. Όπως επίσης τίθεται το τι κριτήρια θα μπορούσε κανείς να ορίσει για να διακρίνει την καλή από την κακή μουσική ως προς τις επιδράσεις που μπορεί να ασκήσει στο άτομό μας. Αυτό δεν πρέπει να είναι και τόσο δύσκολο αφού δεν χρειάζεται κάποιος να εντρυφήσει στις περί μουσικής θεωρίες του Πυθαγόρα, όπου πρεσβεύεται η μουσική αρμονία βάσει αριθμητικής, για να διακρίνει την δυσαρμονία που παράγει το άκουσμα της «ντίσκο», του «ροκ», του «ρέιβ» ή ενός «σκυλάδικου σουξέ» σε μία καταγάλανη παραλία με αλμυρίκια ή το άκουσμα ενός «τσάμικου» στα Εξάρχεια της Αθήνας.

Ούτε χρειάζεται κάποιος να μελετήσει αυτά που λέει ο Πλάτωνας για το τι είδους μουσική θα πρέπει να αποφεύγουν οι νέοι, όταν πλέον είναι εμφανείς οι δυσμενείς συνέπειες που επιφέρουν στην διάπλαση της ψυχής και στην διαμόρφωση της συμπεριφοράς βίαια ακούσματα τύπου «σκληρού ροκ» και τα παράγωγά του, ή αυτά της «τέκνο» και της «ραπ» μεταξύ άλλων. Συχνά, οι συνέπειες εκδηλώνονται ακόμη και στην ένδυση, στο δέρμα, τον βηματισμό, αλλά και στον τρόπο ζωής των ταγών τους.

Το ερώτημα είναι: Με ποίο κριτήριο μπορεί να έχει κάποιος αντικειμενικό μέτρο μουσικής ποιότητος; Ίσως το κριτήριο για το τί είναι καλό και ευεργητικό άκουσμα και για το τί είναι κακό το προσφέρει η ζωογόνος φύση. Αρκεί μία απλή 'αρμοσκόπηση' των πραγμάτων. Εάν το άκουσμα δεν εναρμονίζεται με την έστω νοερή εικόνα ενός ευθαλούς δένδρου, το κελάρυσμα κάποιου ρυακιού, ενός ανθόσπαρτου κάμπου ή κάποιας αλσοβριθούς βουνοπλαγιάς, τότε είναι άκουσμα προς αποφυγήν, όπως είναι και τα ακούσματα που δεν εναρμονίζονται με τα ευγενή συναισθήματα της ψυχικής ανάτασης.

Εδώ θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι και οι εκρήξεις ηφαιστείων, οι κεραυνοί και οι θεομηνίες αποτελούν συστατικά της φύσης, άρα πώς να αποκλείσουμε και την μουσική που εμπνέεται από αυτά τα στοιχεία; Βεβαίως ισχύει το ότι και αυτά είναι φυσικά φαινόμενα, και το ότι με μέτρο μερικοί κεραυνοί προικίζουν μουσικές συνθέσεις, όπως και την 5η Συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά επίσης ισχύει το γεγονός ότι για να επιβιώσουν οι άνθρωποι προφυλάσσονται από τους πολλούς κεραυνούς και τις θύελλες, καθώς η υπερβολική έκθεση σε τέτοια ακραία φαινόμενα μάλλον αρνητικά επιδρά στην διάθεση. Κατά τον ίδιο τρόπο θα πρέπει ο ακροατής να εντρυφεί σε μελωδικούς ήχους που επί το πλείστον εναρμονίζονται με ένα περιβάλλον φιλικό προς την υγεία και την ακεραιότητά του.

ΑΣ ΜΑΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΕΙ Η ΙΔΙΑ Η ΛΕΞΗ...

Δεν είναι τυχαίο το ότι η ρίζα της 'Μουσικής' βρίσκεται στις κόρες της Τιτανίδας Μνημοσύνης, τις "Μούσες," οι οποίες έστηναν χορό χέρι, χέρι με τις Χάριτες, την Αρμονία, την Αφροδίτη και τον Άρη. Όλοι αυτοί χόρευαν κυκλικά, στο όρος Ελικώνας, στους μελωδικούς σκοπούς της λύρας του Απόλλωνα. Χιλιετίες σοφίας και διεργασίας συνέβαλαν σε αυτή την μυθική σύνθεση στοιχείων που οδηγεί στην άριστη μελοποίηση. Οι Μούσες αντιπροσωπεύουν την ποιητική έμπνευση, οι Χάριτες την χάρη και την ομορφιά, ενώ η Αρμονία με τους ετερώνυμους γονείς της το δέσιμο όλων αυτών των στοιχείων ώστε να επιτευχθεί η χρυσή τομή στην κίνηση και στην Μουσική. Το γεγονός ότι ο θεός του φωτός είναι ο οργανοπαίκτης δηλώνει ότι η μουσική πρέπει να είναι γεμάτη φως = 'Ελ' (παραλλαγή του 'ηλ' = ήλιος) και αισιοδοξία, έτσι αν-ελ-κύοντας τον ακροατή προς το 'ελ', το ουράνιο φως, εξ ου και η ονομασία του χώρου όπου χορεύουν οι Μούσες, το όρος 'Ελικών,' στον φωτεινό χώρο που ονομάζεται Ελ-λας (φωτεινή πέτρα).

Και κυρίως, η μουσική είναι τόσο καλή όσο και η εξέλιξή της μέσα από την "μνήμη," όπως δηλώνει και το όνομα της μητρός των Μουσών, Μνημοσύνη. Η ρίζες διεισδύουν στην παράδοση του κάθε τόπου, ενώ το φύλλωμά της κομίζει στοιχεία της εκάστης εποχής καθώς εξελίσσεται. Άριστα παραδείγματα είναι τα έργα συνθετών όπως του Ξαρχάκου, του Χατζιδάκη, του Μαρκόπουλου, του Θοδωράκη, εμποτισμένα με την διαχρονικότητα των Ελληνικών ακουσμάτων που δένουν με την ίδια την Ελληνική φύση και χαρακτήρα.

Λοιπόν, άλλο το 'άκουσμα' και άλλο η 'μουσική,' η οποία πρέπει να εμπνέει, ως παράγωγο των Μουσών που είναι, αντιθέτως με τα ακούσματα που οδηγούν την διάθεση στα καταχθόνια της γης και που διαγράφεται στις κατηφείς όψεις και στο νωχελικό περπάτημα των ταγών τους, όπως εκδηλώνει και η νεκρική, τερατόμορφη θεματολογία στα μαύρα μπλουζάκια των «χεβι-μεταλλάδων». Μερικοί ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μια περαστική νεανική τρέλα, αλλά τέτοια άναρχα ακούσματα στιγματίζουν για πάντα την ψυχή. Αυτές οι εξ' Εσπερίας ωρυγές, ξεπεταγμένες από τις απάνθρωπες μεγαλουπόλεις ενός υλιστικού, πρόωρα γερασμένου κόσμου, λειτουργούν ως εκτόνωση δύστυχων πλασμάτων που παραδέρνουν μέσα σε αδόμητες κοινωνίες, εκεί που κυριαρχεί η νέκρα του άψυχου υλισμού και του τσιμέντου. Είναι πράγματι κραυγές ολοφυρμού ενός ανέραστου κόσμου, του οποίου ακόμη και οι μπαλλάντες ηχούν σαν βογκητά οδύνης άτινα έπονται της κούρασης των σπαραγμών.

Και όλα αυτά, επειδή, εκεί στην Δύση πλέον δεν κυριαρχεί η ενωτική δύναμη του θεού Έρωτος (ούτε καν αντίστοιχη λέξη του 'έρωτα' σε κάποια δυτική γλώσσα) και χωρίς ένωση δεν υπάρχουν αρμοί. Χωρίς αρμούς δεν γεννιέται Αρμονία, και χωρίς αυτήν ούτε οι μουσικοί ήχοι είναι αρμονικοί, ούτε τα χέρια των χορευτών συναρμόζονται μεταξύ τους να σχηματίσουν κυκλικούς χορούς. Αυτό γίνεται κυριολεκτικά εμφανές στον τρόπο που γλεντούν αλλά και μεταφορικά αισθητό στις κοινότητές τους όπου δεν κοινωνούν. Εκεί, στον κόσμο της ιδιωτείας, τα χέρια κρέμονται, τα μάτια δεν συναντιούνται και τα κεφάλια ανεβοκατεβαίνουν μοναχικά. Στο σύνολό τους δημιουργούν την εντύπωση υγρού κυκεώνα που κοχλάζει πάνω σε δυνατή φωτιά. Στην ανεξέλεγκτή του βράση υπερχειλίζει και ξεχύνεται σαν διαλυτικό το οποίο ξεθωριάζει όλους τους πολιτισμικούς αρμούς στον πλανήτη, καθώς αυτό που απλώνεται φέρει όλα τα εκφυλιστικά συστατικά που συνετέλεσαν στην διαμόρφωσή του.

Είναι ιδιαίτερα αισθητό στον Ελληνικό χώρο όπου οι χορευτικοί κύκλοι που κάποτε αντιπροσώπευαν μία εναρμονισμένη κοινωνία γοργά διαλύονται. Αυτό που άρχισε δια της αφελούς προς δυσμάς ξενομανίας των Ελληνοπαίδων της μεταπολεμικής περιόδου, επέδρασε τόσο καταλυτικά στις μεταγενέστερες γενιές, που σήμερα μόνο λίγοι ρομαντικοί στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολές παραδοσιακών χορών να διδαχθούν αυτό που παλαιότερα μάθαινε κάποιος σε κοινωνικές συγκεντρώσεις.

Τέτοιες σκέψεις πιλάτευαν την ρέμβη μου επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο μετά από ένα Αθηναϊκό «ξεφάντωμα». Κάποιοι φίλοι ήθελαν να με διασκεδάσουν «α λα πρωτευουσιάνικα» παρά τις ενστάσεις μου, σαν μη νυκτερινός τύπος που είμαι. Όταν τελικά μπήκα στο κρεβάτι, εις μάτην προσπάθησα να εναρμονίσω το αέναο βουητό της πόλης με τους ειρμούς του Ύπνου. Σκέφτηκα ότι εάν έμενα κι εγώ σε μια τέτοια μεγαλούπολη δεν θα μπορούσα να παράγω ήχους διαφορετικούς από αυτούς τους 'τοξικούς' που κατέκρινα, αλλά και ότι δεν θα μπορούσα να κοιμηθώ σαν άνθρωπος, εκτός εάν εισήγαγα τα επιθυμητά καταπραϋντικά συστατικά μίας μελωδίας αναδυομένης από την φύση.

Ο νους μου ταξίδεψε στη γαλήνη των νυκτερινών ψιθύρων αγρών και δασών. Εκεί έκανα επίκληση σε έναν γρύλο, του οποίου το νοερό απόμακρο τερέτισμα σε κάποιον ονειροπλασμένο ελαιώνα μου έφερε τον Μορφέα, οπότε κοιμήθηκα σαν αρνάκι. Την επομένη πρωία η καταπραϋντική του μελωδία μετουσιώθηκε σε ποίημα...

ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΓΡΥΛΟ

Tερέριζε, Γρύλε, νανούρισε

την πλήρη Θυέλλης ψυχή μου.

Aρχέγονε ψάλτη φιλόμουσε,

σαγήνεψε πάσαν ορμή μου.

Nυκτόλαλε, στείλε τον ήχο σου

γλυκέως Mορφέα να πέμψει

χορεύοντας πάνω στον στίχο σου

μορφή αγλαή να μου γνέψει.

T' αδέσποτο άτι που πάλλεται

κατ' όναρ τερπνόν να ιππεύσει,

στου ύπνου τον κάμπο να θάλπεται,

στα άνθη ασμένως να τρέξει.

Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου -2004-