Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ "ΕΥΗΧΙΖΟΥΣΑ"

2018-10-01

ΕΠΕΙΔΗ ΤΕΛΙΚΩΣ ΕΙΜΕΘΑ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΟΜΙΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ...ΕΚΚΛΙΣΙΣ ΤΟΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗΝ «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑΝ» ΜΕΤΕΧΟΥΣΙ

Μία αναζωογονημένη Ελλάδα θα αλλάξει το πεπρωμένο ολόκληρης της Ευρώπης

Χένρι Μίλερ «Ο Κολοσσός του Μαρουσίου»

Και επειδή το πιστεύω αυτό, αλλά και επειδή για να γίνει χρειαζόμαστε αναζωογονημένους Έλληνες και Ελληνίδες, κάνω έκκλιση σε όλους εσάς των εν Ελληνικώι Δημοσίωι Σχολείωι φοιτώντες και πεφοιτηκότας από το 1980 έως σήμερον να θέσετε τα εξής ερωτήματα τοις εαυτοίς:

«Έχω ολοκληρώσει τον κύκλο των δημοσίων σχολείων της χώρας μου και έχω τελειώσει τις σπουδές μου, αλλά είμαι πραγματικά μορφωμένος; Ή είμαι απλώς ένας εκπαιδευμένος Αιγύπτιος που διδάχτηκε μόνον όσα πρέπει να γνωρίζει για να αποδεχτεί την θεσούλα του στην πυραμίδα;

Διδάχτηκα να αγαπήσω την ελληνική γλώσσα ώστε να καταλάβω την σοφία και διδαχή των αρχέγονών της ρήσεων και λέξεων, ή οδηγήθηκα στην αδιαφορία για να δώσω περισσότερη σημασία σε ξένες γλώσσες ώστε να εξασφαλίσω εργασία στο εξωτερικό ή στον τουριστικό τομέα ως υπηρέτης ανθρώπων των οποίων οι χώρες διέπρεψαν επειδή (ώ τί ειρωνεία!) οι πολιτισμοί τους βασίστηκαν στην ελληνική παιδεία που τους πρόσφερε η Αναγέννηση;Και μιας και μιλάμε για Αναγέννηση, διδάχτηκα ποτέ ότι η Ελληνική κοσμοθέαση δια των Ελληνικών συγγραμμάτων ήταν αυτή που «αναγεννήθηκε» στην Δύση όταν οι Έλληνες λόγιοι κατέφυγαν στην βόρεια Ιταλία λίγο πριν την επικείμενη άλωση της Βασιλεύουσας;


Καθ' όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε έστω ένα κείμενο στα σχολικά μου βιβλία που έκανε μνεία στην ετυμολογία της λέξεως «σχολείον» η οποία παράγεται από το λήμμα «σχόλη» που σημαίνει «ανάπαυση»; (Όπως το «Κυριακή και σχόλη», δηλαδή;)
Και εάν το σχολείο σημαίνει «σχόλη» από τί πρέπει να αναπαύομαι; Ήταν ευχάριστη ανάπαυση η σχολική μου εμπειρία;
Μήπως έπρεπε να είχα μέτρο σύγκρισης κάποια δημιουργική σωματική «α-σχολία» ώστε να εκτιμήσω την σχόλη της μαθήσεως;Αυτά που διδάχτηκα με έκαναν να αγαπήσω τον τόπο που μου προσέφερε αυτήν την εκπαίδευση; Ή με εξώθησαν να αναζητήσω μία καλύτερη μοίρα στο εξωτερικό και να πρόσκειμαι σε αντεθνικές ιδεολογίες που λερώνουν τους τοίχους με συνθήματα μίσους;»

Αγαπητοί μου Ελληνοπαίδες, βάσει των απαντήσεων ίσως συνειδητοποιήσετε ότι ουδεμία «μόρφωση» λάβατε δια κάποιας παιδείας που θα σας «δια-μόρφωνε» ως σκεπτόμενους Έλληνες ανθρώπους. Τουναντίον. Εκπαιδευτήκατε! (και γνωρίζουμε ότι και τα ζώα μπορούν να εκπαιδευτούν...) Σφυρηλατηθήκατε ως Αιγύπτιοι που θα ήξεραν την θέση τους στην πυραμίδα. Και η πνευματική τροφή που σας τάισε το ιερατείον των Φαραώ θα σας συντηρούσε ίσα, ίσα ώστε να σηκώσετε το βάρος των ογκόλιθων που θα την έκτιζαν έως ότου θα σας εξόντωναν για να μην σας ταΐζουν άλλο...(Ήδη βλέπουμε πως συμπεριφέρονται οι σημερινοί Φαραώ στους αχρείαστους «Αιγυπτίους» συνταξιούχους του κυρίου Τσακαλώτου που πλέον το σύστημα δεν θα τους ταΐζει πια... αλλά και δεν θα αποτελούν πρόβλημα σε μερικά χρόνια... όπως επισήμανε ο ίδιος)

Εάν μετά από όλα αυτά δεν έχετε πειστεί ακόμη ότι η επικείμενή μας κρίση είναι απόρροια της «σπουδαγμένης» αμορφωσιάς μας, επιτρέψετέ μου να διασκεδάσω έναν αλληγορικό παραλληλισμό ο οποίος θα ταρακουνήσει και τον πιο δύσπιστο της διψήφιας νοημοσύνης για το κουτόχορτο που μας έχει ταΐσει και ταΐζει τα παιδιά μας η δημόσια παιδεία:

Άπαντες γνωρίζουμε ότι το κάθε κύτταρο οιουδήποτε οργανισμού φέρει όλες του τις γονιδιακές πληροφορίες. Και μάλιστα σε σημείο που θα μπορούσε η επιστήμη να τον κλωνοποιήσει κιόλας. Και εφόσον η παιδεία αποτελεί ένα ενδεικτικό κύτταρο των αξιών και πολιτικών της νοσηρής μας τεσσαρακονταετούς περιόδου, δεν έχουμε παρά να διαπιστώσουμε ότι η ίδια νοσηρότητα διαγράφεται και στο γονιδίωμα της παιδείας με την οποίαν εμποτιστήκαμε επί μία τεσσαρακονταετία.

Και όπως ένας επιστήμων που θέλει να ανιχνεύσει τα μικρόβια που μόλυναν το νερό μίας πηγής δεν θα φέρει όλη την πηγή στο εργαστήριό του, εφόσον ένα μικρό δείγμα του αρκεί για να αποφανθεί εάν είναι καθαρό ή μολυσμένο, ούτως κι εμείς εάν κάνουμε δειγματοληψία της παιδείας που διαμορφώθηκε από το ήθος της διεφθαρμένης αυτής εποχής θα ανιχνεύσουμε τα πρωταρχικά στοιχεία που την μόλυναν. Μόνον τότε θα μπορέσουμε να εστιάσουμε στην κάθαρση.

Ως πρώτη τους πράξη, οι καιροσκόποι της μεταπολίτευσης αφαίρεσαν το γλωσσικό φίλτρο που έως τότε αναχαίτιζε την αμορφωσιά, την λεξιπενία, τον μαλλιαρό λόγο και συνεπώς την ανηθικότητα: αυτό της την καθαρευούσης. Ήτο μία πραγματική ανάκρουσις όλων ων θα ακολουθούσαν.

Εκμεταλλευόμενοι το λαϊκό αίσθημα που ταύτιζε την αρχαιοπρέπεια της Ελληνικής με την ρητορεία του Γεωργίου Παπαδόπουλου και με το σαθρό επιχείρημα της διγλωσσίας ότι η καθαρεύουσα ήτο μια «τεχνητή» γλώσσα που την χρησιμοποιούσαν οι ελίτ για να επιβληθούν στην αγνή ψυχή του λαού, όχι μόνον στέρησαν από τους Έλληνες μία στενότερη επαφή με το μεγαλείον της πνευματικής των ακμής, αλλά και από τα παιδιά μας το μάθημα ότι πάνε στο σχολείο για να μάθουν κάτι παραπάνω απ' αυτό που ήδη ξέρουν.

Από το κύρος της χώρας, στέρησαν αυτό που εγκωμίαζαν οι ξένες εγκυκλοπαίδειες για την συνέχιση του ζώντος από την αρχαιότητα ελληνισμού, όπως είναι εμφανές και στο άρθρο της Αμερικάνικης Εγκυκλοπαίδειας του Compton's, εν καιρώ καθαρευούσης, για την Ελληνική, το οποίον τονίζει ότι «Εάν ο Σόλων ή ο Περικλής επέστρεφαν από τα Ιλίσια πεδία και καθόντουσαν σε ένα καφέ της σύγχρονης Αθήνας, με μερικές εξαιρέσεις, θα μπορούσαν να κατανοήσουν τα γραφόμενα στις σημερινές εφημερίδες.»


Και επειδή έχουμε καταντήσει να αξιολογούμε εαυτούς μέσα από τα λεγόμενα των ξένων, λίγο παρακάτω, η ίδια εγκυκλοπαίδεια αποκαλύπτει:

«Η Ελληνική γλώσσα όχι μόνον είναι ζωντανή και αστείρευτη πηγή για όποια λέξη χρειαζόμαστε ώστε να ονομάσουμε τα επιστημονικά μας επιτεύγματα, αλλά και νεκρή να ήταν, θα άξιζε να την μελετούμε, επειδή από όλες τις γλώσσες του κόσμου, καμμία δεν υπήρξε τόσο όμορφη όσο η ελληνική όπως ομιλείτο προ 2,500 χρόνια.»

Και ακόμη παρακάτω:

«Η ποίηση είναι πάντα δύσκολη να μεταφραστή, αλλά καμμία μετάφραση δεν χάνει τόσο, όσο εκείνη της αρχαίας Ελληνικής, εφόσον η αγγλική δεκαπλάσιες λέξεις χρειάζεται για να εκφράσει έστω έναν ελληνικό στίχο.»

Την σήμερον ημέραν, όταν ο κόσμος αναζητά αγωνιωδώς ταύτιση με την γλώσσα των προγόνων μας, φαντάζεσθε την ποιοτική έλευση ξένων επισκεπτών μελετητών της αρχαίας ελληνικής, καθώς θα έρχονται μόνο και μόνο να εφαρμόζουν τις γνώσεις των μετέχοντας στο ζωντανό πανεπιστήμιο που αξίζει να γίνει η Ελλάς; Φαντάζεστε το κύρος που θα αποκτούσαμε ως λαός ως συνεχιστές αυτού που όλος ο πολιτισμένος κόσμος θαυμάζει; Και μη μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτον. Εάν οι Εβραίοι κατάφεραν να επαναφέρουν σε καθημερινή χρήση την νεκρή των γλώσσα στο σημερινόν Ισραήλ, πόσο δύσκολον θα ήταν για εμάς να κάνουμε μία απλή απορυτίδωση στην πλουσιότερη δική μας, η οποία ουδέποτε πέθανε;

Φίλοι μου, αποποιούμενοι αυτήν την γλωσσική μας ομορφιά γεμίσαμε την χώρα με ιδεολογο-πληγμένους επαναστάτες «υπέρ του λιτού βίου και της λιτής έκφρασης» που ελλείψει γλωσσοπνευματικού πλούτου εκφράζονται με μολότοφ και σιδηρογροθιές, (όπως λέγει και ο Τάκης Θεοδωρόπουλος). Εγώ θα προσθέσω ότι αδειάσαμε και από σπουδαγμένους αμόρφωτους που ψάχνουν «ποιοτικότερον» βίον στην μουντάδα της Εσπερίας...

Η πραγματική επαναστατική πράξη θα ήτο σταδιακώς να επαναφέρουμε τις εύηχες καταλήξεις της καθαρευούσης στις λέξεις μας, να λέμε τα πράγματα «με το νι και το σίγμα» στις επιγραφές των μνημείων και των καταστημάτων μας! Να επαναφέρουμε τις υπέροχες προθέσεις αίτινες βελτιώνουν την ακρίβεια εκφράσεων στα σχολικά μας βιβλία, το πανέμορφο απαρέμφατον και την δοτική δια το ευγενές διαλέγεσθαι εν καιρώ της τρεχούσης πολιτισμικής ένδειας οία μαστίζει τους νέους και νέες μας!

Συνέλληνες, ξεβολευτείτε και απαιτήσετέ το! Εάν εγώ, με τις γνώσεις της τετάρτης δημοτικού Ελληνικού σχολείου κατάφερα αυτοδιδαξάμενος να διευρύνω τον γλωσσικό μου πλούτο στο εξωτερικό μακρυά από Έλληνες για δεκαοκτώ χρόνια, φαντάζεστε τί θα μπορούσαμε να πετύχουμε συλλογικώς με όραμα τον άριστον λόγον στα σχολεία μας;

Φαντάζεστε τί πολίτες θα διαμορφώναμε εάν τα παιδιά μας αποκτούσαν άμεση πρόσβαση στην Ελληνική γραμματεία της φιλοσοφίας και της επιστήμης;
Δεν θα ήτο ευχής έργον να καθιστώμεν εαυτούς ικανούς να κρίνουμε τις ελληνικούρες των ακραίων και γραφικών εθνοκαπήλων, αλλά και των αμόρφωτων δημοσιογράφων που βαρβαρίζουν με ξενισμούς προσβάλλοντας τον γλωσσικόν μας θησαυρό;

Και δεν λέγω να περιορίσουμε την καθομιλουμένη και τον γραπτό λόγο σε ένα άκαμπτο ιδίωμα καθαρευούσης ή αρχαΐζουσας, εφόσον ουδείς ουδέποτε κατάφερε να εκφραστεί άνευ παρεκκλίσεων, αλλά εάν εκθέσουμε τα παιδιά μας στις πιο εκλεπτυσμένες μορφές του γλωσσικού μας πλούτου, το εύηχον θα κερδίσει. Με σεβασμό σε όλα τα τοπικά ιδιώματα και σε όλες τις μορφές της μοναδικής ανά την υφήλιο δυτικής λαλιάς με αδιάκοπη γραπτή και προφορική παράδοση χιλιετιών , ας λουστούμε πνευματικώς στην διαχρονικότητά της μη αποκομμένοι από την ανώτερη έκφραση και ομορφιά της αρχαιοπρέπειάς της με ασφυκτικούς δημοτικιστικούς κανόνες που σβήνουν ακόμη και το τελικό νι στα άρθρα πριν από τα ουσιαστικά, όπως το βάναυσο «το Θεό» αντί «τον Θεό», «τη καρέκλα» αντί «την καρέκλα»...

Είναι τουλάχιστον επαίσχυντο για Έλληνες να βαρβαρασχημονούν με το της Ελλάδας αντί της Ελλάδος, το της Ακρόπολης αντί της Ακροπόλεως, το Αττικό Ωδείο αντί το Αττικόν Ωδείον, του Περικλή αντί του Περικλέους. Άρα, αυτό που προτείνω, φίλοι μου, δεν είναι η επιστροφή σε μία άκαμπτη, τεχνητή γλώσσα αλλά στον εξωραϊσμό της υπάρχουσας, την οποίαν τολμώ να ονομάσω «ευηχίζουσα» αντί «καθαρεύουσα», και την οποίαν χρησιμοποιώ στην ενθάδε μου ομιλία - δηλαδή μία μέση οδός εκ της οποίας θα μπορούμε να αντλούμε από τα άκρα της αρχαίας Ελληνικής και της αρχαΐζουσας του Παπαδιαμάντη έως και από την τραχιά δημοτική του Ψυχάρη. Εξ άλλου, είναι εγκληματικό να μελετούμε αυτές τις μορφές της πλουσιοτάτης γλώσσας μας ως εκθέματα μουσείου αντί να τα ενσωματώνουμε στην καθημερινότητά μας με όλες τις εννοιολογικές αποχρώσεις των εποχών που την διαμόρφωσαν.

Το κύρος και τον ήχο που προσδίδει ένα απλό τελικό «ν» σε επιγραφές όπως το Δημαρχείον, αντί Δημαρχείο, φερ' ειπείν, είναι αδιαμφισβήτητο, όσο αδιαμφισβήτητη είναι και η ευηχία στο Φαρμακείον, αντί Φαρμακείο. Φαντάζεστε να εφαρμόζαμε την Δημοτική στις επιγραφές των δρόμων μας; Αντί Οδός Αριστοτέλους να λέγαμε Οδός Αριστοτέλη; Είναι δυνατόν να μαχόμεθα κατά των Σλάβων που διεκδικούν την ταυτότητα της Μακεδονίας μας αλλά να μένουμε αδιάφοροι στην δολίως επιβεβλημένη αλλοίωση του ακρογωνιαίου λίθου της δικής μας ταυτότητος; Αυτόν της γλώσσας μας την οποίαν κάποιοι «προοδευτικοί» την πολιτικοποίησαν όπως έκαναν και με τις γραβάτες;

Και ναι, είμαι πεπεισμένος ότι στην εύηχη και εννοιολογική διδασκαλία και χρήση της Ελληνικής έγκειται η λύσις για όλες μας τις κρίσεις. Όπως και η μουσικοί ήχοι επιδρούν στην διαμόρφωση του ψυχισμού μας, όπως εξ άλλου διατείνονται ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ούτως και οι εύηχες Ελληνικές καταλήξεις επιδρούν στο ύφος και το ήθος των μελετητών και χρηστών αυτής. Και όπως η επιστήμη έχει αποδείξει ότι οι γλώσσες διαμορφώνουν συνειδήσεις, η ανώτερη νοοτροπία απορρέουσα εκ μίας εννοιολογικής και «ευηχίζουσας» γλώσσης επ' ουδενί θα εδέχετο τα επαίσχυντα κείμενα που βρίσκονται στα σημερινά μας σχολικά βιβλία όπου υποβαθμίζονται όλα τα εθνικά φρονήματα, η Ελληνική καλαισθησία αλλά και η συλλογική μας μνήμη, κάνοντας λόγο για «συνωστισμούς στην προκυμαία της Σμύρνης» το 1922 και "την μεταφορά των μαρμάρων του Παρθενώνα στην Αγγλία από το Λόρδο Έλγιν, το 1806, ως ευκαιρία για τους καλλιτέχνες των Ευρωπαϊκών Χωρών να δουν και να θαυμάσουν από κοντά έργα της ακμής της Ελληνικής γλυπτικής."
( Κατά το βιβλίο ιστορίας της Γ' Λυκείου ο Έλγιν δεν έκλεψε, αλλά μετέφερε τα Ελληνικά γλυπτά προς όφελος του Δυτικού πολιτισμού...)

Από ό, τι βλέπω και ακούω, σήμερον, επιτέλους, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην μέμφεται την κάλπικη σαραντάχρονη μεταπολιτευτική περίοδο που κατέστησε την χώρα μας «Μπανανία» πολιτικώς, ιδεολογικώς, παραγωγικώς και ειδικά πνευματικώς. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι όσοι είχαμε την ατυχία να εντρυφήσουμε στις υπηρεσίες αυτής της κάλπικης περιόδου, με κάλπικες αξίες εμποτιστήκαμε.

Εάν κάποια στιγμή συνειδητοποιήσει ο κάθε δημόσιος υπάλληλος και ο κάθε σπουδαγμένος στα δημόσια μας ιδρύματα, από το Δημοτικό έως και το Πανεπιστήμιο ότι βγήκε μολυσμένος από αυτήν την τοξική περίοδο, ίσως αναθεωρήσει την στάση του απέναντι στις αξίες που τον κρατούν αξιακώς ευνουχισμένο, εθνικώς «άεθνον», πατριωτικώς «άπατριν» και ιστορικώς «ανιστόρητον». Συνελόντι ειπείν, (ας μου επιτραπεί ο όρος) μία αιωρούμενη πορδή. Και δεν μιλάω για τις αυτόφωτες εξαιρέσεις που είχαν την πνευματική ανοσία να αντισταθούν και να παραμείνουν Έλληνες, αλλά για τους συνειδησιακώς βολεμένους.

«Βασιλεύσουν μετά ταύτα, αναιδείς και άγνωστοί τε, άνδρες τοίνυν και γυναίκες, μιαροί και βέβηλοί τε», αναφέρει χρησμός του Βυζαντινού Αυτοκράτωρος Λέοντος του Σοφού, και αναρωτιέμαι αν τον έγραψε για αυτά τα απίστευτα που βιώνουμε στη δύσμοιρη πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό.Τέτοιους μιαρούς και βέβηλους καιροσκόπους, λοιπόν, τοποθέτησε επί της κεφαλής μας η εκπαίδευση (αντί παιδείας) που λάβαμε τα τελευταία 40 χρόνια. Το 1982, αυτή η «εκπαίδευση» έθεσε τέλος στην Ελληνική παιδεία καθαιρώντας κάθε φιλότιμη προσπάθεια να επανέλθει η μουσικότητα και η διδαχή της Ελληνικής στα κείμενα των βιβλίων, ώστε δια μίας μαλλιαρής δημοτικής να επιτευχθεί η πνευματική απλοϊκοποίησις ενός ανθρωπόμορφου εσμού ος θα εδέχετο την άθλια μοίρα του «πυραμιδοκτίστη».

Κάτι τέτοιο επ' ουδενί αρμόζει στο μοναδικό ανά τον πλανήτη έθνος του οποίου η ιστορία και γλώσσα ακόμη εμπνέει ξένους οραματιστές για το μέλλον του.
Μακαρίζοντας μία αναδασωμένη σε φυσικό κάλλος και πολιτισμό Ελλάδα, ο Αμερικανός συγγραφεύς Χένρι Μίλερ γράφει στον Κολοσσό του Μαρουσίου,
«Μία αναζωογονημένη Ελλάδα θα άλλαζε το πεπρωμένο ολόκληρης της Ευρώπης»
ενώ αρκετά χρόνια ενωρίτερα, όταν ο ιδρυτής της αρχαιολογικής σχολής του Βερολίνου Χένρι Βίνκελμαν ερωτήθηκε γιατί πρέπει να μελετούμε τους Έλληνες, εκείνος απήντησε: «Μα είναι απλούστατο. Για να γίνει κάποιος άνθρωπος, πρέπει πρώτα να γίνει Έλληνας».

Και επειδή είναι τρομερό να έχουμε ξεμείνει από εντόπιους οραματιστές στον τόπο μας, όσοι νοιώθετε Έλληνες οφείλετε να ξεβολευθείτε!

Σκορπίσετε την γνώση ότι όπως οι άνδρες του Οδυσσέα έγιναν γουρούνια όταν ξέχασαν πως ήσαν Έλληνες έχοντας πιει το ποτό της λήθης που τους κέρασε η Κίρκη, ούτως και η χώρα μας μεταλλάχθηκε σε χοιροστάσιο δια της γλωσσοκτόνου/μνημοκτόνου παιδείας της μεταπολίτευσης.

Μοναδικό αντίδοτο είναι η εννοιολογική, ευηχίζουσα γλώσσα των Ελλήνων.

Η λήψη της θα επαναφέρει τον πολεμιστή φιλόσοφο που κάποτε γεννούσε ο τόπος, αυτόν που γνωρίζει ότι η ουσία της ζωής είναι η αέναη μάχη με οδηγό θεό την ομορφιά, το κάλλος.

Και κατά αυτήν σας την επανελλήνιση, θα βλέπετε να εξαφανίζονται οι εξέχουσες κοιλίες, οι δερματοστιξίες, οι διατρήσεις, οι αποχαυνωμένες όψεις και η μιζέρια.... Εν ολίγοις, ο τερατισμοί της εποχής μας.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΣΟΥ ΕΛΛΑΔΑ

Στου μεγαλείου σου τη στάχτη με γέννησες Ελλάδα,

και έκτοτε, εγώ ο άμοιρος την τέφρα ψαχουλεύω

το μάρμαρο της δόξας σου να βρω να ξαναστήσω.

Σποδός ανασηκώνεται, τα μάτια μου θολώνει,

και μόνο ο απόηχος της γλώσσας σου με φτάνει.

Oι φθόγγοι της στο άπειρο του χρόνου αντηχούν.

Σαλεύοντας στον άνθρακα, ερείπια του φωτός σου,

αδρανοκουφοκαίγοντας το πέπλο σου φωτίζουν.

Eλλάδα πολυπόθητη, απόμακρη μητέρα,

στ' αβυσσαλέο πέπλο σου αναδιφώ αιώνες

που θώπευες τα τέκνα σου, που περίσσια αγαπούσες.

Ω μακρινή μητέρα μου, την στοργή σου χάρισέ μου,

ίνα αντλήσω δύναμη, τα μάρμαρα ν' αδράξω,

τη γλώσσα μνημονεύοντας τον λόγο να χαράξω.

Εγείροντάς την ευπρεπώς, τη δόξα να στηρίξω,

να μ' ασπασθείς αντάξιο με σε να ξανασμίξω.

-Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου-