Η ΕΡΥΣΙΧΘΟΝΙΑ ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΜΑΣ

2017-02-25

Αν μνήμη έχετε πλαγιές, τις ρίζες θυμηθείτε. Εμέ του Ερυσίχθονος το τέκνον λυπηθείτε.

Δεν χρειάζεται και πολύ προσπάθεια να ομοιάση κανείς με τους προγόνους του, είτε είναι κάφρος, είτε πρότυπο προς μίμησιν. Του έρχεται κατά τρόπο φυσικό.

Πολλοί Έλληνες έχουν κατηγορηθεί για προγονοπληξία, εφ' όσον επαναπαυόμενοι στα έργα των προγόνων υπερηφανεύονται χωρίς να παράγουν οι ίδιοι. Βεβαίως υπάρχουν και εξαιρέσεις ανθρώπων που μετουσιώνουν τα των αρχαίων στο σήμερα δημιουργικώς. Εν τούτοις, είναι και αρκετοί συμπλεγματικοί οίτινες απεχθάνονται κάθε παραδοχή ότι έχουν σχέση με τους προγόνους τους επειδή ενδόμυχα φοβούνται να μπουν στον κόπο να φανούν αντάξιοι ενός Σωκράτους ή ενός Λεωνίδα. Κατ' αυτούς είμεθα οι περισσότεροι "Τουρκόσποροι" ή "Σλαβόσποροι"... Η αγαπημένη στρεψοδικία αυτών των Γραικών είναι η απόδοση όλων των δεινών της οπισθοδρόμησής μας στον Τουρκικό ζυγό.

«Αυτοί οι Τούρκοι φταίνε για όλα, π' ανάθεμά τους...,» αντιλαλεί το κοινότοπο πλέον ανάθεμα σε όλη την χώρα.

Κάθε λαός έχει βιώσει σκοτεινές στιγμές στην ιστορία του, που σημαίνει ότι το κάθε μέλος του μπορεί να διαλέξει από πλειάδες ιστορικών προσώπων εάν αναζητεί κάποια ταύτιση με το παρελθόν της χώρας του είτε για καλό είτε για... κακό.

Στην δική μας περίπτωση, κάποιος δεν έχει παρά να στοχασθεί ότι για κάθε Λεωνίδα πάντοτε υπήρχε και κάποιος Εφιάλτης, για κάθε Σωκράτη πάντοτε υπήρχαν οι πολλοί που θα τον καταδίκαζαν και για κάθε εγκρατή Διογένη πάντα υπήρχε κάποιος αχαλίνωτος Αλκιβιάδης.

Άρα, εάν κάποιος θέλει να αποδώσει την «ανεπάρκειά» του στους κατά καιρούς κατακτητές, ας αισθανθεί τουλάχιστον εθνικά υπερήφανος χωρίς δανεισμούς... Υπάρχει σωρεία εντοπίων αναφορών που τον καλύπτουν. Προς τί τα εξ ανατολών εισαγόμενα πρότυπα όταν το εύρος της Ελληνικής «προγονολογίας» ικανοποιεί την κάθε αρέσκεια;

Επί παραδείγματι, για κοιτάτε πόσοι από τους περισσότερους σημερινούς Ελλαδίτες μοιάζουν με τον Ερυσίχθονα!

Ο Ερυσίχθων, υιός του Τρίοπα, ήταν βασιλιάς του Πηλίου. Του άρεσε τόσο πολύ η κατανάλωση, που κυρίως ασχολήθηκε με αυτήν αγνοώντας οτιδήποτε άλλο, ακόμη και τον σεβασμό που έπρεπε να δείξει στους θεούς. Το κενό της λήθης του το συμπλήρωναν τα βασιλικά τραπέζια που έστηναν για αυτόν οι υπήκοοί του. Αλλά δεν του αρκούσε ο χώρος του παλατιού του, και έτσι αποφάσισε να χτίσει μία τεράστια αίθουσα για τα συμπόσια.

Στην περιοχή υπήρχε ένα άλσος αφιερωμένο στην θεά Δήμητρα, που το είχαν φυτέψει προς τιμή της οι Πελασγοί. Ο Ερυσίχθων δεν δίστασε να πάρει μαζί του είκοσι δούλους για να κόψει τα δέντρα του άλσους ως ξυλεία για την κατασκευή της τραπεζαρίας. Ανάμεσα στα άλλα δέντρα βρισκόταν και μία πανύψηλη λεύκα που ήταν το αγαπημένο δέντρο της Δήμητρας. Όταν σήκωσε την αξίνα για να το κόψει, η Δήμητρα του φανερώθηκε σε μορφή ιέρειας να του θυμίσει πως εκείνα τα δένδρα ήσαν ιερά. Αυτός απείλησε να την σκοτώσει με τον πέλεκα που κρατούσε εάν τον εμπόδιζε.

Τελικά, ο Ερυσίχθων έκτισε την αίθουσα συμποσίων του, αλλά το τίμημα ήταν μαρτυρικό. Η Δήμητρα τον καταράστηκε να νοιώθει ακόρεστη πείνα. Όσο έτρωγε, τόσο πιο πολύ πεινούσε. Δεν πρόλαβαν οι μάγειρες να του ετοιμάζουν φαγητά ούτε οι οινοχόοι να του προσφέρουν κρασί. Έτσι το βασίλειό του το οδήγησε σε πτώχευση έχοντας φάει όλα του τα κοπάδια και ό, τι παρήγαγε, καταλήγοντας στην ανθρωποφαγία κατασπαράζοντας ακόμη και την κόρη του προτού στραφεί στα ίδια του τα χέρια.

Μήπως και εμείς για 4 δεκαετίες δεν προσπαθούσαμε να συμπληρώσουμε το κενό της λήθης μας ως προς τις πραγματικές αξίες με την ασύδοτή μας κατανάλωση; Όταν πλέον δεν είχε μείνει τίποτα άλλο να φάμε στην χώρα μας, εμείς δεν δώσαμε το δικαίωμα σε κάποιο «βατραχοειδές» να ανακοινώσει ότι «μαζί τα φάγαμε»; Με ξένα δανικά δεν αποψιλώσαμε και κάψαμε δάση για να κτίσουμε τις δικές μας τραπεζαρίες σε βίλες και εξοχικά; Και όχι μόνον φάγαμε ό,τι παραγωγικό είχε να προσφέρει ο τόπος μας, αλλά όπως και έπραξε και ο Ερυσίχθων με την κόρη του, φάγαμε και τα ίδια μας τα παιδιά... Δια της λήθης του πολιτισμού μας, υιοθετώντας την νοοτροπία του «που θα φάμε, που θα πιούμε και που θα κοιμηθούμε» τα αφήσαμε έρμαια να διασπαστούν στο στομάχι μίας μνημοκτόνου δημοσιοϋπαλληλίστικης παιδείας που σαν άχρηστα περιττώματα που άλλα θα σκόρπαγε στις αιώνιες σπουδές εκ των οποίων θα έβγαιναν σπουδαγμένα αμόρφωτα και άλλα άεθνα και απάτριδα στην νεκρική μουντάδα της Εσπερίας.

Τώρα που δεν έχει μείνει τίποτα πλέον, κατασπαράζουμε εαυτούς, κόβοντας συντάξεις από τους γέροντες, παραδίδοντας τα σπίτια μας στις αδηφάγες τράπεζες, την χώρα στα παράσιτα που την κυβερνούν και στους λαθρο-εισβολείς που θα λειτουργήσουν ως τα σκουλήκια που θα αποσυνθέτουν ό,τι λίγο ψαχνό έχει μείνει στο κουφάρι.

Λίαν προφητική ήταν η τελετή λήξεως των εν Αθήναις Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, όταν μετά από την ιστορική εικονική διαδρομή του ελληνικού έθνους και πολιτισμού, η παράσταση έκλεισε με αθίγγανους να χορεύουν γύρω από ένα αγροτικό που πωλούσε καρπούζια.... Εν έτη 2018, αυτή η τελευταία σκηνή δένει απόλυτα με αυτό που διαδραματίζεται στις πλατείες των πόλεών μας σήμερον.

Προφανώς, η Δήμητρα έχει καταραστεί και εμάς για την ασέβεια που δείξαμε στα δικά μας "δέντρα." Γυρίσαμε την πλάτη σε ό,τι είχε φυτρώσει στον τόπο μας, είτε αυτό λεγόταν Ελληνική γλώσσα (που πετσοκόψαμε...), είτε Ελληνική μουσική (που ανατολικο-δυτικοποιήσαμε), είτε Ελληνική οικογένεια (που αμερικανοποιήσαμε) είτε ηγέτες (που καφρο-αμνήμονες ψηφίσαμε...)

Αυτά σκεπτόμουν κατά την επίσκεψή μου σε μία αποτεφρωμένη βουνοπλαγιά όπου κάποτε ηθλούμην μέσα στην προτέρα της αλσοβριθής ομορφιά, σκεπτόμενος ότι κι εγώ ανήκα στην γενιά του Ερυσίχθονος, του οποίου το όνομα ουδόλως τυχαίως σημαίνει «κόκκινο χώμα» από το αρχαίο «ερεύθω» (που σημαίνει κοκκινίζω) και το χθων (δηλαδή 'χώμα'). Προφανώς και εμείς το ματώσαμε με την στάση μας...

Αναπολώντας το πλούσιο δάσος του πολιτισμού μας που κάψαμε κατέγραψα αυτό που ένοιωσα σε στίχους:

ΕΡΥΣΙΧΘΩΝ

Βουνού πλαγιά που κάηκες, αιθαλοματωμένη,

πτωχότερη η χλωρίδα σου, πτωχότερη η ψυχή μου·

πτωχότεροι οι πνεύμονες που θρέφουν το κορμί μου.

Βουνού πλαγιά που κάηκες, μαυροσταχτοβαμμένη,

εκεί που φθόγγοι των πουλιών, το θρόισμα των φύλλων,

εγκώμια στέλναν' στο θεόν, εδόξαζαν τον ήλιον,

σιγή και νέκρα τυραννά την άχαρη σκιά σου.

Ω πόσο αφιλόξενη η τέφρινη χροιά σου!

Αν μνήμη έχετε πλαγιές, τα δάση θυμηθείτε!

Τρέμω σαν στοχάζομαι τη γύμνια σας, τη σήψη.

Η ρέμβη μου στην νέκρα σας με οδηγεί σε θλίψη,

γιατί κι εγώ ο έρημος τη μνήμη μου την χάνω,

και δάση ψάχνω πάνω σας να θυμηθώ τους μύθους.

Την απαρχή αναζητώ - χλωρή αφετηρία.

Αγνής πηγής να πιω νερό, να θυμηθώ τα θεία.

Στο τέμενος της Δήμητρας τις λεύκες να φυτέψω,

να άρει την κατάρα της , την πείνα μου να ζέξω;

Αν μνήμη έχετε πλαγιές, τις ρίζες θυμηθείτε!

Τις ρίζες των κυπαρισσιών, των πριναριών, των πεύκων.

Στη ράχη σας, στη τέφρα σας τι σπόρος έχει μείνει;

Κι αν σπόροι ζουν σε λήθαργο να τους ζεστάνει ήλιος,

να ξανανθίσουν οι πλαγιές, λαγκάδια και φαράγγια.

Πουλιών οι φθόγγοι ν' ακουστούν ... το θρόισμα των φύλλων.

Η φύσις αναθάλλουσα , οργιάζουσ' αταξία,

την ποίηση εμπνέουσα να φέρει ευμορφία.

Αν μνήμη έχετε πλαγιές, τις ρίζες θυμηθείτε.

Εμέ του Ερυσίχθονος το τέκνον λυπηθείτε.

-Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου-

-2004-