ΤΙ ΣΥΓΚΡΟΤΕΙ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ - ΜΕΡΟΣ Γ'

2019-02-25

Επεί δε εκ του γένους και της συμπεριφοράς η ταυτότης τινός απορρέει. 

Σε έναν φθίνοντα δυτικόν κόσμο όπου οι εθνικές ταυτότητες ισοπεδώνονται μέσα από τον Δούρειο ίππο της πολιτικής ορθότητος και καιροσκοπίας, με αυτήν μου την ομιλία θα ξεκαθαρίσω ότι Έλληνας με την κυριολεκτική σημασία του τίτλου μπορεί να λέγεται μόνον όταν κάποιος είναι Έλληνας στο γένος, αλλά και αυτό υπό προϋποθέσεις. Ενώ Ελληνικός μπορεί να ονομάζεται όποιος στον πλανήτη μετέχει στην Ελληνική παιδεία και τρόπο ζωής.

Ο καθηγητής και φιλόσοφος Δημήτριος Λιαντίνης ξεκαθάρισε ότι το να υπάρχεις «Ελληνικός» δηλώνει τέσσερις τρόπους συμπεριφοράς:

1ον Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από την φύση, και όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων.

2ον Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης. Όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων.

3ον Ότι αποθεώνεις την εμορφιά, επειδή η εμορφιά είναι δυνατή σαν τον νου σου και φθαρτή σαν την σάρκα σου.

4ον Και κυρίως αυτό: Ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πως αλλιώς; Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.

Πράγματι, αυτά είναι τα τέσσερα απαραίτητα στοιχεία που ορίζουν τον Ελληνικό άνθρωπο ανεξαρτήτου φυλής και εθνικής καταγωγής. Δικαίως στην εν Αγγλία ταφόπλακα του μεγάλου Βρετανού στοχαστού, συγγραφέως και φιλέλληνα Patrick Leigh Fermor, ο οποίος λάτρεψε τον ελληνισμό και έζησε βάσει αυτού, αναγράφεται ελληνιστί το εξής:

ΥΠΗΡΞΕ ΕΤΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ ΕΚΕΙΝΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ.

Αξιόλογοι «Ελληνικοί άνθρωποι» υπάρχουν σε όλον τον πλανήτη, αν και προφανώς όχι αρκετοί ίνα λειτουργήσει ως Ελληνικός και ο κόσμος μας, ώστε να μην επέτρεπε τους παραλογισμούς και την ασχήμια που βιώνουμε σήμερον.

Πράγματι, εάν ο κόσμος μας λειτουργούσε βάσει της αληθείας που έρχεται μέσα από την φύσιν, και όχι το μυαλό των ανθρώπων, δεν θα υπήρχαν μισάνθρωπες μυστικιστικές θρησκείες υπό των οποίων ενίοτε σφαδάζει ο πλανήτης.

Εάν ο κόσμος ζούσε με την ηθική της γνώσεως, ουδέποτε θα εγίνοντο αποδεκτοί επικίνδυνοι σφετερισμοί όπως αυτών σλαβόφωνων ισχυριζόμενοι ότι είναι Μακεδόνες και ομιλούν Μακεδονικά...

Εάν ο κόσμος μας αποθέωνε την εμορφιά, ουδέποτε θα επέτρεπε την δυσαρμονία προκύπτουσα εκ της ανεξέλεγκτης αστυφιλίας και της «εγκληματογενούς» πολυπολιτισμικότητος στις πόλεις του.

Και τέλος, εάν ο κόσμος μας αγαπούσε τον άνθρωπο, δεν θα αποτελείτο από ιδιωτείες οι οποίοι για να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές τους ορέξεις θα τροφοδοτούσαν ένα παγκοσμιοποιητικό τραπεζικό σύστημα διαλύοντα τις αλληλέγγυες κοινωνικές του και εθνικές του εστίες - τα μόνα περιβάλλοντα μέσα από τα οποία θα μπορούσε να ολοκληρωθεί ο άνθρωπος.

Άρα, εν απουσία αυτών των τεσσάρων στοιχείων, ο κόσμος μας εξακολουθεί να μην είναι Ελληνικός, αλλά βάρβαρος. Και όπως γνωρίζομεν, η λέξις «βάρβαρος» κυριολεκτικώς σημαίνει «μη ελληνικός».Έχοντας ξεκαθαρίσει ποίος ημπορεί να λέγεται «ελληνικός», λοιπόν, ας ορίσουμε και ποίος μπορεί να λέγεται Έλληνας.

«Έλληνας», με την απόλυτη και εξιδανικευμένη σημασία του τίτλου, μπορεί να λέγεται μόνον όποιος είναι Ελληνικού γένους, βάσει της ιστορικής μνήμης των βιολογικών και πολιτισμικών του προγόνων, και Ελληνικός εις την συμπεριφοράν.

Το κριτήριο ως προς το ποίος μπορεί να πει ότι είναι Έλλην εις το γένος έχει προ πολλού θεσμοθετηθεί από τους γνήσιους Ολυμπιακούς Αγώνες όπου μόνον όσοι είχαν Ελληνική καταγωγή μπορούσαν να συμμετέχουν. Τα διαπιστευτήρια αυτής της καταγωγής ήσαν τα ίδια στοιχεία άτινα ορίζουν τον Έλληνα σήμερον. Και το βέβαιον είναι ότι ένας Έλλην αθλητής επουδενί προσκόμιζε κάποιο δείγμα σάλιου ή αίματος ώστε οι ελλανοδίκες της αρχαιότητος να το εξέταζαν σε κάποιο εργαστήρι ίνα αποφανθούν ότι ο αθλητής καταγόταν από τους «Ελλάνιους» ή από τον «Σείριο» όπως το θέλουν μερικοί σήμερον.... Μα τον Δία, όχι φίλοι μου!

Τρία ήσαν τα διαπιστευτήρια.

Το πρώτον ήτο το μνημονικό «γονιδίωμα» της γενιάς του, δηλαδή η πιστοποίηση και αναφορά του αθλητού στον πατέραν, στον παππού και στους προπαππούδες αυτού.

Το δεύτερον ήτο εκείνο της γλώσσης, δηλαδή το να ομιλή κάποιος απταίστως την Ελληνικήν χωρίς ξενισμούς.

Το τρίτον, και σημαντικότατον, ήτο εκείνο του Ελληνικού παραστήματος και ύφους ενός μη βαρβαρίζοντα ανθρώπου, ήτοι, αστιγμάτιστου τω σώματι, άνευ τετρυπημένων ώτων, μη ξένον ως προς τον φαινότυπον (αποκλείοντας αφρικάνικη ή ασιατική μορφή) και μη ξένον ως προς το ήθος/έθος φέρεσθαι. Και όπως προείπαμε, το φέρεσθαι έχει ως εξής:

Α) Επειδή ο Έλλην δέχεται την αλήθεια που έρχεται μέσα από την φύση και όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων, επιδιώκει το «φυσιολογικόν». Ουδέποτε στιγματίζει το κορμί του και ουδέποτε ενστερνίζεται θεσμούς γύρω από το αλλόκοτο και τον τερατισμό. Η τέχνη, η αρχιτεκτονική και η μουσική του εναρμονίζονται με το κάλλος της φύσεως.

Αντιλαμβάνεται ότι θεσμοί ή τάσεις πολιτικής ορθότητος που δεν συμβάλλουν στην υγιή αναπαραγωγή του ανθρωπίνου είδους, είναι θεσμοί και τάσεις προς αποφυγήν. Εξ άλλου, μόνον η Ελληνική γλώσσα κάνει τον εννοιολογικό διαχωρισμό μεταξύ «φυσικού» και «φυσιολογικού». Φυσικά φαινόμενα, φερ' ειπείν, ναι μεν εισίν η ομοφιλοφυλία και ο καρκίνος, αλλά επουδενί είναι «φυσιολογικά» επειδή η λογική της φύσεως είναι η αναπαραγωγή των ειδών και η υγεία αυτών, και όχι η άγονη σύζευξη ομοίων και οι νοσούντες οργανισμοί, αντιστοίχως.

Β) Επειδή ο Έλλην ζει με την ηθική της γνώσεως και όχι με εκείνη των δεισιδαιμονιών, ουδέποτε δογματίζεται με κάτι που δεν γνωρίζει ο ίδιος. Απέχει από μυστικιστικές δοξασίες και μεσάζοντες υπερφυσικούς σωτήρες. Όμως, σέβεται την εκκλησία γύρω από την οποίαν συναθροίζεται το έθνος του, κατανοώντας τους ιστορικούς λόγους και τους κοινωνικούς θεσμούς που έχουν επενδυθεί σε αυτήν, εφόσον δεν αντιβαίνουν στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αλλά για τον Έλληνα, η επιστήμη έχει τον πρώτο λόγο και ως εκ τούτου λειτουργεί ως δια βίου ερευνητής και πανεπιστήμων.

Γνωρίζοντας ότι όλη η συσσωρευμένη σοφία και γνώση έχουν κατά σημασιολογικόν τρόπον εγχαραχτεί στην Ελληνική γλώσσα και γραμματεία, αδιαλείπτως αυτές μελετά και αυτές διαφυλάττει ως κόρην οφθαλμού, επιδιώκοντας την εύηχη εκφορά της Ελληνικής επιλεκτικώς αντλώντας από την αστείρευτη πηγή και διαχρονικότητά της. Και επειδή ο Έλλην προσεγγίζει την ομορφιά μέσα από την ομορφιά της Ελληνικής γλώσσης, ουδέποτε υποκύπτει στην αχαλίνωτη χρήση της δημοτικής σε κλίσεις τύπου «Της Ελλάδας» αντί «της Ελλάδος» ή «το ποσό» αντί «το ποσόν», και ουδέποτε την βεβηλώνει με ξενισμούς εκεί που μπορούν να ενεργοποιηθούν εύηχα ελληνικά λήμματα. Ουδέποτε θα πει οκέι, σόρυ, μπάι η θα πάει σε μπρέικ.

Το βάρος που δίνει ο Έλληνας στην γλώσσα, πουθενά δεν είναι εμφανέστερο από την ιστορία της άτυχης Φιλομήλας, την οποίαν εβίασε ο Τηρεύς και κατόπιν της έκοψε την γλώσσα ίνα μην τον μαρτυρήση. Υπάρχει μάρμαρο αρχαίας ελληνικής γραφής όστις διαλαλεί μέχρι σήμερα τον καημό της. «Γλώσσαν εμήν εθέρισε και έσβεσεν Ελλάδα φωνήν»

Η τραγική Φιλομήλα δεν θρηνεί που της έκοψαν την γλώσσα. Δεν οδύρεται που θα μείνει βουβή.
Είναι απαρηγόρητη που δεν θα ξαναμιλήσει Ελληνικά!Γνωρίζοντας την Ελληνική γλώσσα και γραμματεία, ο Έλληνας ουδέποτε πέφτει θύμα εθνομηδενιστών καιροσκόπων που στρεβλώνουν τα λόγια του Ησίοδου και δημοσιεύουν στις αίθουσες των σχολείων μας έναν ανύπαρκτο όρκο του Αλεξάνδρου στην Ώπη, αντιστοίχως, ώστε να διαλύσουν την ορθή έννοια της Ελληνικότητος, η οποία διαλαλεί ότι ο πολιτισμός έχει ως κύριον πυλώνα την οικογένεια και ως εκ τούτου το ομογενές που εκτείνεται στην κοινωνία, την πόλη και το έθνος.

Γ) Επειδή ο Έλλην αποθεώνει την ομορφιά με οδηγό τον θεσμό του άγοντος αγάλματος, κόπτεται δια την αγαλματοποίησίν του ο ίδιος εσωτερικώς και εξωτερικώς - με κοιλιά μικρότερη από το στήθος, δηλούσα εγκράτεια, καλοσχηματισμένο θώρακα δηλούντα ετοιμοπόλεμο σφρίγος και ατάραχη όψη δηλούσα αυτοπεποίθηση, γνώση και σοφία. Με γνώμονα την αριστεία προκύπτουσα εκ της καλοκαγαθίας του «νους υγιής εν σώματι υγιή» πνεύμα και σώμα ασκεί, ακονίζοντας εαυτόν ως δίκοπη σπάθα με την οποίαν θέλει πορευτεί μαχόμενος σε τούτη την ζωή. Πως αλλιώς; Η κατανόηση του κόσμου μας επιτυγχάνεται μόνον όταν ο νους, ως αισθητήρας των πνευματικών δρώμενων, και το σώμα, ως αισθητήρας της υλικής μας υπόστασης χαίρουν υψίστης διαύγειας και υγείας, αντιστοίχως.

Δ) Επειδή ο Έλλην αγαπάει τον άνθρωπο, οι τέχνες του και οι θεσμοί του είναι κατ' εξοχήν ανθρωποκεντρικοί. Η μουσική του εξυψώνει τον άνθρωπο προς το ηρωικό, προς το φως, μακρυά από «ηχόρυθμους» που διεγείρουν ζωώδη συμπεριφορά ή εκφυλιστικό αισθησιασμό, ενώ και οι χοροί του συναρμόζουν χέρια και εκτελούνται με χάρη. Ωστόσο, αν και η αγάπη του για τον άνθρωπο δημιούργησε τον όρο «κοσμοπολίτης», ο Έλλην επουδενί αποποιείται την εθνική του εστία ως εθνομηδενιστής/άπατρις, εφόσον οι ίδιοι οι στωικοί που εφηύραν τον όρο του «κοσμοπολιτισμού» τόνιζαν την αγάπη που κάποιος πρέπει να τρέφει για την πατρίδα όπου αυτός ανδρώνεται. Εξ άλλου, όπως η αγάπη εκτείνεται από το κέντρο προς την περιφέρεια, ούτω και η αγάπη για το έθνος τινός εκτείνεται προς όλα τα έθνη που συγκροτούν την ποικιλομορφία του κόσμου μας.Και δια τούτον τον λόγο, δεν υπάρχει μεγαλύτερος πατριώτης από τον Έλληνα. Ουδόλως τυχαίως μόνον η Ελληνική γλώσσα έχει παραγάγει την έννοια του «πατριωτισμού» και του «πατριώτη» όροι που έχει δανειστεί η υπόλοιπη υφήλιος ως «patriotism» και «patriot». Ως εκ τούτου, ο πραγματικός Έλληνας ουδέποτε εγκαταλείπει την πατρίδα όταν εκείνη βρίσκεται σε κίνδυνο. Τουναντίον! Τότε είναι που μένει και μάχεται μόνος ή μετά πολλών, όπως ώμνυε και ο Αθηναίος οπλίτης στον όρκο του.

Και τέλος, ένα σημαντικότατο στοιχείο που διαχωρίζει τον Έλληνα από τον «Ελληνότυφο» (ας μου επιτραπεί ο όρος - όπως λέμε «σεμνότυφο», δηλαδή...) είναι η περιφρόνηση του Έλληνος για την άγονη προγονοπληξία όσων τρέφουν ευσεβείς πόθους ότι το ξεχωριστό ελληνικό DNA θα λάμψει και θα επικρατήσει από μόνο του κάποια στιγμή χωρίς να κάνουν κάποια προσπάθεια οι ίδιοι. Αντί να επαναπαύεται στις δάφνες εκείνων των λαμπρών προγόνων, όποιος είναι Έλληνας είναι και συνειδητά επιφορτισμένος με το «απάνθρωπο επίπεδο τελειότητας του λόγου ή της μορφής των παλαιοτέρων». Όμως δεν συνθλίβεται από αυτό το βάρος. Τουναντίον..., κόπτεται όχι μόνον να φωτίσει το έργο τους, αλλά και να αμφισβητήσει τους προγόνους εκεί που πρέπει και ενίοτε να τους ξεπεράσει.

Αυτά, λοιπόν, ήσαν και είναι τα διαχρονικά κριτήρια που ορίζουν τον ιδανικόν Έλληνα. Αυτά αποτελούν το «Ελληνόμετρον», και όχι κάποιο συγκεκριμένο βιολογικό γονιδίωμα (DNA), ή κάποια εξωγήινη καταγωγή του γένους, όπως διατυμπανίζουν τελευταία κάποιοι γραφικοί. Εξ άλλου, όπως σχολίασα και στο Β' Μέρος του παρόντος δοκιμίου, ακόμη και εάν διαθέταμε ατόφιο το γονιδίωμα ενός Μέγα Αλεξάνδρου ή ενός Λεωνίδα και έτι εάν καταφέρναμε να τους κλωνοποιήσουμε βιολογικώς κιόλας στην σημερινή μας εποχή, αυτοί οι δύο άνθρωποι ουδεμία σχέση θα είχαν με εκείνα τα δύο ιστορικά πρόσωπα τα οποία αναπτύχθηκαν σε παντελώς ανόμοιες περιβαλλοντολογικές και πολιτισμικές συνθήκες, συναναστρεφόμενα με παντελώς διαφορετικούς ανθρώπους και καταστάσεις. Θα ήταν ανόητο, φερ' ειπείν, να περιμέναμε κάτι μεγαλειώδες να αναπτυχθεί σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον μολυσμένο με κακόγουστο γκράφιτι και μεταλλαγμένα τηλεοπτικά πρότυπα, αντί για ηρωικές μορφές αγαλμάτων και ήρωες ωσάν εκείνοιυς της Ιλιάδος, δηλαδή το βιβλίο που τοποθετούσε ο Αλέξανδρος κάτω από το προσκέφαλό του. Θα ήταν βλακώδες να περιμέναμε έναν Αλέξανδρο που είχε δάσκαλο τον Αριστοτέλη να εξελιχθεί μέσα από την α-παιδεία των σύγχρονων σχολείων όπου η εκπαίδευση επί το πλείστον τελείται υπό αδιάφορων δημοσίων υπαλλήλων αντί διδασκάλων-παιδαγωγών, αναθρεμμένοι από ένα σύστημα του οποίου μόνο του μέλημα είναι να παραγάγει άβουλους υπηκόους.

Και γι αυτό, αφαιρουμένου έστω και ενός εξ αυτών των Ελληνοποιητικών στοιχείων που προαναφέρω, ουκέτι υφίσταται ο ιδανικός Έλλην, όστις άλλοτε αποτελεί αντικείμενον θαυμασμού και άλλοτε αντικείμενον βδελυρού φθόνου, καθώς αείποτε θα θυμίζει τις ανεπάρκειες ενός όλο και αυξανόμενου πληθυσμού «βαρβαρολαλούντων» και «βαρβαροδρώντων» ελληνόφωνων. Εξ άλλου, ανάμεσα σε τόσους αταλαίπωρους τω πνεύματι Ελληνόφωνες, οι οποίοι ανέκαθεν επικρατούσαν αριθμητικά στον Ελληνικό χώρο, τον Έλληνα αμέσως τον ξεχωρίζει κανείς,.

Ίσως και να είναι νομοτελειακό να επικρατεί η περιρρέουσα «απαιδευτοσύνη» των πολλών, όπως και η πολιτική διαφθορά που αείποτε μάστιζε την Ελλάδα. Ίσως από τέτοιες αντιθέσεις να αναδύεται ο άριστος, θεάμενος το σκοτάδι να αισθάνεται την ανάγκη να φωτίσει, όπως και το λουλούδι ανθίζει αντλώντας δύναμη από την κοπριά. Αυτό, εξ άλλου, δεν έπραξε και ο Πλάτων γράφοντας την Πολιτεία του προτεινόμενος μία αξιοκρατική πολιτεία αντί την δημοκρατία των δημαγωγών, αντλήσας από την πολιτική σήψη που ο ίδιος είχε μαρτυρήσει στην «δημοκρατική» Αθήνα;

Ομολογουμένως, είναι δύσκολο να βρει κανείς όλα αυτά που προανέφερα ενσαρκωμένα σε έναν άνθρωπο, αλλά προς αυτά πρέπει να οδεύουμε εάν φιλοδοξούμε να φέρουμε επαξίως τον τίτλο «Έλλην», επειδή περί τίτλου πρόκειται, και δη προνόμιον Ελληνογενών. Για μερικούς εκλεκτούς είναι μονόδρομος το να είναι Ελληνικοί, καθώς το έχει η φύση τους να ζουν κατά την Ελληνική κοσμοθέαση, είτε είναι Έλληνες στο γένος, είτε Ελληνικοί αλλοδαποί.


Δεδομένων των κοινωνιοπολιτισμικών συνθηκών, πως να μην λάμψει ένας άνθρωπος που έχει την α-φθονία μέσα του; Λέξη που σημαίνει ότι είναι τόσο πλήρης, ώστε να μην του λείπει κάτι που θα φθονούσε σε άλλους. Και όταν λάμπει η αφθονία τινός, όπως έλαμψαν ο Αριστοτέλης και ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, αυτός λάμπει είτε ως Έλλην, είτε ως Ελληνικός.

«Η αφθονία έρχεται σε αυτούς που την έχουν ήδη. Ακούγεται άδικον, αλλά, φυσικά, δεν είναι. Είναι ένας συμπαντικός νόμος», μας λέγει ο γερμανοκαναδός συγγραφεύς Έκχαρτ Τόλλε.

Ωστόσο, αν και δεν είμεθα όλοι προικισμένοι με την αφθονία ενός αναγεννησιακού ανθρώπου όπως τον Ντα Βίντσι, ο Αριστοτέλης απορρίπτει την αριστοκρατική διδασκαλία ότι η αρετή είναι δώρο της φύσεως, ούτως αφαιρώντας από εμάς την δικαιολογία ότι δεν φταίμε εμείς εάν είμαστε απαίδευτοι και μη ενάρετοι. Στα Πολιτικά του μας ξεκαθαρίζει ότι αν και ο άνθρωπος γεννιέται με χαρίσματα, την διανοητική του ικανότητα μπορεί να την αυξήση δια της μελέτης και της διδασκαλίας, ενώ μπορεί να καλλιεργήσει το ήθος του αναλόγως με αυτό με το οποίον εθίζει εαυτόν. Εξ ου και η μικρή παρέκκλισις του «ήθους» από το «έθος», ήτοι, «εθισμός». Αυτό που ο Αριστοτέλης υποστηρίζει, δηλαδή, είναι ότι η ηθική του κάθε ανθρώπου είναι αποτέλεσμα συνήθειας, εφόσον γεννιέται από τη συνήθεια, από τον εθισμό.

«Διττής δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ το πλείον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δείται καὶ χρόνου, ἡ δ' ἠθικὴ έξ έθους περιγίνεται, όθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρόν παρεκκλίνον ἀπὸ τοῦ ἔθους. Ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίνεται.»

Άρα, ο ενάρετος Έλληνας δύναται καλλιεργηθή σταδιακώς με Σπαρτιάτικη πειθαρχία και Αθηναϊκή φιλοκαλία, αρκεί να εντρυφήση και να εθίσει εαυτόν στις διδαχές της Ελληνικής κοσμοθεάσεως δια της γλώσσης, γραμματείας, συνήθειας και κάλλους αυτής.


Κλείνοντας, για όσους απορούν γιατί συνεχώς κόπτομαι να φωτίσω αείποτε «Ελληνοκεντρικώς» επιτρέψετέ μου να σας θυμίσω αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο «Ποίος Σκότωσε τον Όμηρο;» των δύο επιφανέστερων Αμερικανών καθηγητών των κλασικών σπουδών, Victor Davis Hanson και John Heath, οι οποίοι τονίζουν ότι «πρέπει όλοι μας να λειτουργούμε ως Έλληνες»:


«Οι κεντρικές αξίες της αρχαίας Ελλάδος είναι μοναδικές, αμετάβλητες και κυρίως μη πολυπολιτισμικές. Ως εκ τούτου ερμηνεύουν τόσο την διάρκεια όσο και τον δυναμισμό του ίδιου του δυτικού πολιτισμού, και ως εκ τούτου πρέπει να τον γνωρίσουμε σε βάθος ως το μοναδικό πρότυπο που ή θα σώσει ή θα καταστρέψει τον πλανήτη.»

-Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου- 20/02/2019