ΤΙ ΣΥΓΚΡΟΤΕΙ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ - Β' ΜΕΡΟΣ

2019-01-30

Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ ήταν Βρετανός συγγραφέας, λόγιος στρατιώτης και φιλέλληνας, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αντίσταση στην Κρήτη κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Αργότερα, κατά τις εκτεταμένες περιηγήσεις του στην Ελλάδα, συνέγραψε δύο βιβλία για την χώρα μας, και έχοντας γνωρίσει εις βάθος τον λαόν μας, στο βιβλίο του «Ρούμελη» κατατάσσει τους Ελλαδίτες σε δύο ανθρωπολογικά είδη, τα οποία συνήθως κατοικούν μέσα στο ίδιο στήθος: Τον Ρωμιό και τον Έλληνα. Εδώ παραθέτω μερικά σημεία από τον μακρύ του κατάλογο όπου διαχωρίζει τους δύο τύπους ως εξής:

Ο Ρωμιός είναι τέρας πρακτικότητος, ενώ ο Έλλην οραματιστής.

Ο Ρωμιός εστιάζει στην πραγματικότητα και ο Έλλην στο ιδανικόν.
Τον Ρωμιό τον οδηγεί η προσωπική φιλοδοξία, ενώ τον Έλληνα μία ευρύτερη φιλοδοξία και έμπνευση.

Ο Ρωμιός λειτουργεί με ένστικτο και αυτοσχεδιασμούς, ο Έλλην με τις αρχές της λογικής και σύστημα.

Ο Ρωμιός σέβεται την μάθηση ως μέσον προαγωγής, ενώ ο Έλλην ως αυτοσκοπό.
Ο Ρωμιός αξιολογεί τα πράγματα δια του χρήματος, ενώ ο Έλλην μέσα από άλλες, ανώτερες αξίες του πολιτισμού του.

Ο Ρωμιός διστάζει να ομολογήσει την άγνοιά του, ενώ ο Έλλην αναγνωρίζει ότι υπάρχουν πράγματα πέραν της δικής του κατανόησης και τα αναζητά.

Ο Ρωμιός πιστεύει στην αγιότητα της Ρωμιοσύνης, ο Έλλην στο πεπρωμένο της Ελλάδος.

Ο Ρωμιός δεν έχει ενδοιασμούς που θα απέτρεπαν το προσωπικό όφελος (αυτό το 'κονόμα), ενώ ο Έλλην ελέγχεται από την αίσθηση της τιμής.

Ο Ρωμιός είναι μοιρολάτρης, ο Έλλην έχει τις φιλοσοφικές του αμφιβολίες για το εάν μπορεί να χαράξει την δική του μοίρα ή όχι.

Ο Ρωμιός διακατέχεται από τυφλή αφοσίωση σε πολιτικά κόμματα, βασιζόμενος σε τοπικές προκαταλήψεις ή προσωπική αφοσίωση σε ένα πρόσωπο που λειτουργεί ως ξόανο/σωτήρας.
Ο Έλλην πιστεύει στην ενεργή του πολιτική συμμετοχή με συμπατριώτες εκτός κομματικών σχηματισμών και ενίοτε λειτουργεί με δική του πρωτοβουλία.

Ο Ρωμιός πέφτει σε μελαγχολία και απελπίζεται όταν τα πράγματα πηγαίνουν στραβά.
Ο Έλληνας διορθώνει μέσα του τις δυσάρεστες καταστάσεις δια της φιλοσοφίας.

Ο Ρωμιός πιστεύει σε θαυματουργές εικόνες και δεισιδαιμονίες, ενώ ο Έλλην εκφράζει πεφωτισμένη δυσπιστία. 

Αμφότεροι ο Ρωμιός και ο Έλλην είναι αδιάφοροι στο μυστικιστικό και ηθικό περιεχόμενο της θρησκείας, αλλά ο Ρωμιός έχει ημι-ειδωλολατρική προσκόλληση στην Ορθόδοξη εκκλησία βλέποντάς την ως ενωτικόν θεσμοφύλακα της Ρωμιοσύνης εν καιρώ κινδύνου.
Ο Έλλην ανέχεται την Ορθόδοξη Εκκλησία ως εναπομένον σύμβολο του Ελληνισμού που τον διαχωρίζει εθνικώς από τα άλλα έθνη.

Ωστόσο, το σύμβολο του Ρωμιού είναι οι τρούλοι της Αγίας Σοφίας, ενώ του Έλληνος οι κίονες του Παρθενώνος...

Ο Ρωμιός νοσταλγεί το Βυζάντιο, ο Έλλην τον Χρυσούν αιώνα του Περικλέους.

Ο Ρωμιός είναι υπέρ της δημοτικής, ο Έλλην υπέρ της καθαρευούσης.

(Αργότερα θα επεκταθώ στο γατί αυτός ο τελευταίος γλωσσικός διαχωρισμός είναι ο πιο σημαντικός, αλλά και ο ολέθριος για την συνέχιση του Ελληνικού πολιτισμού)

Κατόπιν αυτών των διαχωρισμών, ο κύριος Φέρμορ τονίζει ότι αυτοί οι δύο τύποι ενεργοποιούνται όταν βρεθούν στην ίδια αρένα όπου συγκρούονται. Κατόπιν της σύγκρουσης, ο νικητής μπορεί κάλλιστα να πει «Αναστέναξα ως Ρωμιός, αλλά πειθάρχησα ως Έλληνας», ή το ανάποδο...
Εξάρει και τους δύο τύπους ως θαρραλέους και πρόθυμους να αυτοθυσιαστούν σε ύψη απαράμιλλου ηρωισμού εν όψει κάθε εθνικής απειλής, αλλά όταν ο κίνδυνος έχει περάσει, οι πολιτικές διαμάχες εκρήγνυνται και τα κόμματα πολλαπλασιάζονται. Συνεχίζει, τονίζοντας ότι «τέτοιος είναι ο ατομισμός των Ελλήνων, που στην πραγματικότητα, η χώρα αποτελείται από 8 εκατομμύρια μονομελή αγκάθια που υποχρεώνονται να συνυπάρχουν σε προσωρινά σχήματα πολιτικής συνεργασίας.Αυτός ο ατομισμός και οι εμφύλιες συγκρούσεις δεν είναι κάποιο φαινόμενο που προέκυψε από κάποια αλλοίωση οίαν υπέστη το Ελληνικόν γένος από κατακτητές και εκατοντάδες χρόνια Τουρκοκρατίας, ως είθισται λέγουσι αλλήλοις οι νεοέλληνες. Τουναντίον, είναι ενδογενές φαινόμενον από την σύσταση του γένους. Από το στρατόπεδο των Αχαιών στην Ιλιάδα, όπου ένεκα μίας έριδος μεταξύ αρχηγών,πολλὰς δ' ἰφθίμους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν ἡρώων η του Αχιλλέως μήνυν, έως και το έκρυθμο κοινωνικοπολιτικό σκηνικό των ημερών μας, επαληθεύονται οι επιστολές των Οξυρρύγχιων Παπύρων μεταξύ Ρωμαίων Συγκλητικών του 1ου αιώνος που κάνουν λόγο για τον ατομιστικό και αντιφατικό χαρακτήρα των Ελλήνων, στοιχεία (όπως ομολογούν και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι αλληλογράφοι) τα οποία καθιστούν τους Έλληνες ως τους μόνους πραγματικά ελεύθερους ανθρώπους ακόμη και όταν μία ξένη δύναμη, όπως η Ρώμη, άρχει επί αυτών.Επίσης οξύμωρον είναι το ότι όσοι ξένοι περιηγητές εντρύφησαν ανάμεσα στους Έλληνες κατά τους προμεταπολιτευτικούς χρόνους, από τον Λόρδο Βύρωνα έως και τον Χένρυ Μίλλερ που έγραψε τον Κολοσσό του Μαρουσίου, διαπίστωσαν όχι μόνον την αυτή διαφορετικότητά μας ανάμεσα σε άλλα έθνη, αλλά και εναπόθεσαν την ελπίδα για μία ανάταση του ανθρωπίνου γένους με πρότυπο τις Ελληνικές κοινότητες που γνώρισαν εδώ. Με θαυμασμό, ο Χένρυ Μίλλερ επισημαίνει ότι ο Έλληνας δεν ενδιαφέρεται για την εξουσία του επάνω στον κόσμο, αλλά για τον ερωτισμό, την συναναστροφή του με τους συμπατριώτες του και την ζωή του μέσα σε αυτόν. Σε αυτό που συμφωνούν όλοι οι ξένοι εν Ελλάδι περιηγηταί είναι η διαπίστωση της διαχρονικότητος του ανθρωπίνου αποτυπώματος και της συνύφανσης του παρελθόντος με το παρόν στον τόπο.


Ιδιαίτερη μνεία σε αυτήν την διαχρονικότητα κάνει ο συγγραφεύς του βιβλίου της National Geographic του 1973 με τίτλο Greece and Rome, Builders of our World, ο οποίος, κατά την επίσκεψίν του στον τύμβο του Μαραθώνος, συνοδευόμενος από έναν νεαρόν Έλληνα αξιωματικόν, εντυπωσιάζεται από την αφήγηση του νεαρού που χρησιμοποιεί το πρώτο πρόσωπο κατά την περιγραφή της μάχης του Μαραθώνος. Γράφει, «Όπου και να ταξιδεύω σε αυτήν την χώρα, ο δρόμος μου αναπόφευκτα με φέρνει σε κάποιο σταυροδρόμι όπου συναντώνται παρελθόν και παρόν. Ευρισκόμενος σε όποιον Ελληνικό χώρο, έρχεται η στιγμή που θα στέκομαι, σαν τον Αγαμέμνονα, ούτε σε νερό, ούτε σε στεγνό έδαφος, αλλά κάπου ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία εκστασιασμένος από την διαχρονικότητα της Ελλάδος.»

Όμως, την ίδια χρονιά, η εγκυκλοπαίδεια Brittanica του 1973, στο άρθρο της για την χώρα μας ανησυχητικώς προφητικά έγραφε:
«Το μέλλον της Ελλάδος είναι αβέβαιον, είτε πρόκειται για τους κινδύνους των πολιτικών τεκτενόμενων στα Βαλκάνια, είτε για μία στενότερη σχέση με την Δύση. Δυνάμεις ήδη λειτουργούν που θα οδηγήσουν τους Έλληνες στην ανεξέλεγκτη αστυφιλία και στην «ομογενοποιητική» (εάν όχι, εκφυλιστική) επίδραση των διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Η ίδια των η γλώσσα συνεχώς θυμίζει στους Έλληνες ποίοι υπήρξαν και τί φιλοδοξούν να γίνουν. Και αυτό είναι το εμπόδιο. Όσο διατηρούν την ταυτότητά τους, οι μόνιμες λύσεις φαντάζουν αδύνατες.»

(θα σας παρακαλέσω να έχετε κατά νου αυτήν την αναφορά της ξένης εγκυκλοπαίδειας του 1973, αναφερόμενη στην εκφυλιστική επίδραση των Μέσων ενημέρωσης, στην αστυφιλία και κυρίως στην συσχέτιση της γλώσσης / ταυτότητας ως «εμπόδιο» μόνιμων λύσεων...)

Για το βάρος αυτής της ταυτότητος έκανε λόγο, ο Νίκος Δήμου το 1975, όταν έγραψε το μνημειώδες του έργο, «Η Δυστυχία του να Είσαι Έλληνας», όπου μεταξύ άλλων μας λέγει:

"Στο θέμα της κληρονομιάς τους, θα χώριζα τους Έλληνες σε τρεις κατηγορίες-τους συνειδητούς, τους ημι-συνειδητούς και τους μη-συνειδητούς.

Οι πρώτοι (λίγοι) ξέρουν. Έχουν νοιώσει το τρομερό βάρος της κληρονομιάς. Έχουν καταλάβει το απάνθρωπο επίπεδο τελειότητας του λόγου ή της μορφής των παλιότερων. Και τούτο τους συντρίβει. (Εμένα με τροφοδοτεί)

Οι δεύτεροι (και οι περισσότεροι) δεν ξέρουν άμεσα. Έχουν όμως «ακουστά». Είναι σαν τους γιους του διάσημου φιλόσοφου, που δεν μπορούν να καταλάβουν τα έργα του, βλέπουν όμως πως όσοι ξέρουν, τα τιμούν και τα βραβεύουν. Τους ενοχλεί αλλά και τους κολακεύει η φήμη. Επαίρονται πάντα όταν μιλούν σε τρίτους.

Η τρίτη κατηγορία-οι μη συνειδητοί- είναι οι παρθένοι και αγνοί (γράφε ασπούδαχτοι: Μακρυγιάννης, Θεόφιλος, Λαός). Έχουν ακούσει για τους παλιούς σε μύθους και θρύλους, που τους έχουν αφομοιώσει σαν λαϊκά παραμύθια. Αυτοί οι αγνοί δημιούργησαν την λαϊκή παράδοση και τέχνη.

Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των ημιμαθών με το μόνιμο κρυφό πλέγμα κατωτερότητας απέναντι στους αρχαίους, καθορίζει την στάση και το ύφος του συνόλου.

Η σχέση μας με τους αρχαίους είναι μία πηγή του εθνικού πλέγματος κατωτερότητας. Η άλλη είναι η σύγκριση στον χώρο και όχι στον χρόνο. Με τους σύγχρονους «ανεπτυγμένους». Με την «Ευρώπη».

Όταν ένας Έλληνας μιλάει για την Ευρώπη, αποκλείει αυτόματα την Ελλάδα. Όταν ένας ξένος μιλάει για την Ευρώπη, δεν διανοούμαστε ότι μπορεί να μη περιλαμβάνει και την Ελλάδα.

Γεγονός είναι πως - ό,τι και αν λέμε - δεν νιώθουμε Ευρωπαίοι. Νιώθουμε απ' έξω. Και το χειρότερο είναι, που τόσο μας νοιάζει και μας καίει, όταν μας το λένε...


Φθονούμε τους άλλους λαούς, ενώ διατυμπανίζουμε την ανωτερότητά μας. Ξενομανείς, ξενόφοβοι και ξενόδουλοι κι όχι μόνο (τουριστικά) φιλόξενοι.

Στις ρίζες της ελληνικής δυστυχίας είναι τα δύο εθνικά πλέγματα κατωτερότητας. Το ένα στον χρόνο με τους προγόνους. Το άλλο στον χώρο με τους Ευρωπαίους. Αδικαιολόγητα ίσως πλέγματα αλλά όχι για τούτο, λιγότερο πραγματικά.

Είμαστε διαφορετικοί. Κι όμως προσπαθούμε με απόγνωση να ενταχθούμε κάπου. Γιατί άραγε αισθανόμαστε την μοναδικότητά μας σαν ελάττωμα; Γιατί ντρεπόμαστε γι' αυτήν; Άραγε επειδή δεν είμαστε αρκετά μεγάλοι ή δυνατοί, ώστε να κάνουμε την αδυναμία μας παντιέρα; Η μήπως επειδή δεν είμαστε αρκετά σίγουροι για τον εαυτόν μας;

Αυτή η έλλειψη σιγουριάς, και όχι το μέγεθός της, μας έκανε πάντα να αναζητάμε προστάτες. Και άλλοι λαοί είναι μικροί, αλλά δεν κρέμονται από τους μεγάλους... "

Έως εδώ καλά. Έως το 1975 ναι μεν προβληματιζόμασταν για την «τριχασμένη» μας ταυτότητα, αλλά ουδέποτε αμφισβητούσαμε την προέλευσή μας. Και μάλιστα θα βγάζαμε τα μάτια όποιου τολμούσε να αμφισβητήσει την συγγένειά μας με τους αείμνηστους προγόνους.
Εξ άλλου, όπως είχε επισημάνει και η Εγκυκλοπαίδεια Britannica, τότε η γλώσσα μας ακόμη μας θύμιζε αυτό που υπήρξαμε και αυτό που θα θέλαμε να γίνουμε.

Οι μουσικές καταλήξεις της καθαρευούσης διάσπαρτες σε κάθε επιγραφή, σε κάθε κατάστημα ηχούσαν σαν «μάντρα» στο υποσυνείδητο ακόμη και των πιο αμόρφωτων Ελλήνων, σαν «ξόρκι» κατά της μαλλιαρότητος, της ασχήμιας. Και εάν το τελικό «νι» προσέδιδε μεγαλοπρέπεια και στην πιο ταπεινή πρόσοψη ενός Δημαρχείου ως «Δημαρχείον», η καθομιλουμένη καθαρεύουσα στο ραδιόφωνο προσέδιδε κύρος στις ειδήσεις και εμπλούτιζε το λεξιλόγιο των ελληνοπαίδων κατά τρόπον τινά ώστε ακόμη και τα αρχαία καθίστατο περισσότερο προσιτά. Ο ίδιος ενθυμούμαι τον εαυτόν μου ως εννιάχρονο να χρησιμοποιεί την δοτική αβίαστα σε φράσεις όπως «εν καιρώ πολέμου», «εν τω μεταξύ», «εν πολλοίς», «γνωστόν τοις πάσι» όπως και αβίαστα οι περισσότεροι ενήλικες να χρησιμοποιούν την μουσικοτάτη γενική επισκεπτόμενοι το «Μουσείον της Ακροπόλεως», προμηθευόμενοι «ψωμί σικάλεως» και όχι «σίκαλης» και να επιδιώκουν να «λέγουν τα πράγματα με το νι και το σίγμα».

Το ευθυτενές παράστημα των ανθρώπων εκείνης την εποχής, σε σχέση με αυτό που μας περιβάλλει σήμερον, αντιστοιχούσε στην περιρρέουσα Ελληνοκεντρική παιδεία, η οποία δεν απέρρεε μόνον εκ των σχολείων, αλλά και από την Ελληνική ύπαιθρο και τα τότε πολυπληθή χωριά, όπου οι διαχρονικές παραδόσεις και Ελληνικές αξίες είχαν τις ρίζες τους.

Ο υπαινιγμός της Britannica ουδόλως τυχαίος ήτο. Όσο «προσχεδιασμένο» και όσο «συνωμοσιολογικό» και εάν ακούγεται, οι δυνάμεις που θα μεταρρύθμιζαν, θα ομογενοποιούσαν και θα «εκφύλιζαν» την Ελλάδα την Ελληνοκεντρική παιδεία χτύπησαν ως πρώτη τους μεταπολιτευτική πράξη. Το 1974, τοποθετώντας μία κεφαλή στον προαύλιο χώρο του Πολυτεχνείου, ως σύμβολο αυτού που έμελλε να επικρατήσει στον τόπο, οι δυνάμεις αυτών που ήθελαν να κυριαρχήσουν γεωπολιτικώς στην νευραλγική μας περιοχή παρεισέφρησαν στην Πολιτική ζωή του τόπου και ευθύς αμέσως στην παιδεία και στα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως. Και εφόσον το νεύρο του ελληνισμού ανέκαθεν ήτο η Ελληνική γλώσσα, εκείνη δέχτηκε όλο τους το μένος ώστε να λυθή δια παντός το «εμπόδιο» της ελληνικής ταυτότητος που καθιστούσε τις «μόνιμες λύσεις» αδύνατες.


Με την κατάργηση της καθαρευούσης, άπαντα τα γεννητούρια της δεκαετίας του '70 και μετέπειτα ομογενοποιήθηκαν προς τα κάτω, προς το κατώτατο επίπεδο του Ρωμιού, εφόσον, όπως είχε παρατηρήσει και ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, ένας από τους βασικούς διαχωρισμούς μεταξύ του Ρωμιού και του Έλληνος ήτο η προτίμησις του πρώτου υπέρ της μαλλιαρής δημοτικής ενώ του δεύτερου υπέρ της καθαρευούσης, ούσα προσφέρουσα στενότερη σχέση με την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά και ευγενέστερη εκφορά λόγου, αποτρέπουσα την εισροή κακόηχων ξενισμών στην καθημερινότητά του. Ικανοποιώντας τις κατώτερες ορέξεις του Ρωμιού, του οποίου μόνον όραμα, ως τέρας παρακτικότητος που ήταν, ήτο η βόλεψις και το «'κονόμα», οι αποδομητές του Ελληνικού έθνους και οι πολιτικάντιδες εκμεταλλεύτηκαν αυτό προς το οποίον ο Ρωμιός ήτο ευεπίφορος: την θρησκευτική του τάση να πρόσκειται σε κόμματα και σωτήρες...

Και εάν ο αιματοκρίτης του Ελληνικού πληθυσμού, των διαχρονικών παραδόσεων και της λεβεντιάς ήσαν τα χωριά, μετά από την εξαθλίωση της γλώσσας, αυτά θα ήταν ο επόμενος στόχος των υποχθόνιων δυνάμεων οι οποίες έφεραν την χώρα μας στην σημερινή της αθλιότητα. Εξαμολήθηκαν πολιτικάντιδες καιροσκόποι σε όλα τα χωριά ψηφοθηρευόμενοι έναντι διορισμών σε ένα πελατειακόν Δημόσιο που θα άδειαζε τον πρωτογενή τομέα από τα νιάτα του, τα οποία πλέον θα παρασιτούσαν εις βάρος της οικονομίας έως ότου θα χρεοκοπούσε η χώρα. Κάθε καφενείο κάθε χωριού μετατράπηκε σε ένα μπλε, κόκκινο και πράσινο χωνευτήρι του οποίου ο σωλήνας κατέληγε στις πόλεις. Ο Ρωμιός έμπαινε στο στόμιο του κομματικού χωνιού με τα τσαρούχια την γλίτσα ή τα στιβάνια και έβγαινε από την άλλη με την γραβάντα, το σκαρπίνι και τον φραπέ ανά χείρας...

Σε συντονισμό με τις επιδοτήσεις, το άφθονο χρήμα από τα «Ευρωπαϊκά πακέτα» και τον ξενόφερτο τρόπο ζωής που προήγαγε η τηλεόραση, προέκυψε ένας αλλόκοτος πιθηκισμός παραγαγών υβριδικούς ροκάδες, σαχλούς ηθοποιούς που έκαναν «παπασούζες» και σκυλάδικα όπου τώρα πλέον οι χωριάτες αστοί, ήτοι «αστυχωριάτες», θα έβγαζαν τα απωθημένα τους, διχασμένοι πλέον μεταξύ της πάλαι ποτέ Ρωμιοσύνης και της αμερικανόφερτης Τόλμης και Γοητείας...

Με τα μίσθαρνα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως να προάγουν «Kutty Sark, follow your heart», η ΕΡΤ να γεμίζει κάθε σπίτι με αμερικάνικα jazz και blues και τον Γιάννη Πετρίδη να προωθεί «την μουσική που πρέπει να ακούσουμε», σχολιάζοντας με επιστημονικοφανή τρόπο τις σκληριές των AC/DC και τα Κωστοπουλέικα περιοδικά να ταυτίζουν ένα υβριδικό γλωσσικό ιδίωμα γεμάτο ξενισμούς με το γόητρο των πετυχημένων ελεύθερων και ωραίων, κέρδισε η «Τόλμη και Γοητεία»...
Το ανθρωπολογικό είδος που εν γένει προέκυψε από αυτόν τον «υποπολιτισμικό» κυκεώνα πτωχών απομιμήσεων κάκιστων προτύπων, ουδεμία σχέση είχε πλέον με τον πάλαι ποτέ Ρωμιό, και πόσο μάλλον με τον Έλληνα.
Και εάν ο Ρωμιός στην ηρωική του μορφή ως Μακρυγιάννης, ή Παπαφλέσσας θα μεγαλουργούσε ηρωικώς καταφέροντας καίρια πλήγματα κατά όποιουδήποτε εχθρού του Ελληνισμού, αυτό το νέο ελληνόφωνο είδος έγινε ο ίδιος ο εχθρός του.Αποκομμένα από την γείωση της Ελληνοποιού υπαίθρου, αναθρεμμένα με τα καταναλωτικά πρότυπα των νεόπλουτων γονέων τους, τα γεννητούρια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, επί το πλείστον τέκνα Δημοσίων υπαλλήλων και εργολάβων που πλούτισαν εκμεταλλευόμενοι τα Ευρωπαϊκά πακέτα... στερήθηκαν ό,τι πολυτιμότερο είχε επιβιώσει των εν Ελλάδι χιλιετιών: Την Ελληνική μνήμη και συνεπώς το Ελληνικό όραμα, το οποίον, ακόμα και μέσα από την πτώχεια της ψωροκώσταινας, κάποτε στερέωνε την ευθυτενιά του πολιτισμού μας και τον Ελληνικό ερωτισμό.

Και εάν οι γονείς των Ελληνοπαίδων απόλαυσαν τον εφήμερο νεοπλουτισμό τις δεκαετίες 80 και 90, εκδηλώνοντας ό,τι πιο κιτς στην ένδυση, στην δόμηση, και στο φέρεσθαι, τα παιδιά τους προέκυψαν νεόπλουτοι του χειρίστου είδους, ως έρμαια ενός «Πνευματικού Νεοπλουτισμού» εισαγόμενων, διεθνιστικών ιδεολογιών που είχαν άμεση σχέση με την τοποθέτηση της ορειχάλκινης «κεφάλας» στο προαύλιον του Πολυτεχνείου.Σήμερον, οι περισσότεροι απόφοιτοι των μνημοκτόνων ΑΕΙ της χώρας είναι προγραμματισμένοι να βγάζουν σπυράκια όποτε κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων, θεωρώντας κάτι τέτοιο ως εθνικιστική και φασιστική έπαρση...
Θα ήθελα να τους καθησυχάσω ότι ακόμη και εάν κατάφερνε η επιστήμη να βρει το γονιδίωμα του Περικλέους, του Λεωνίδα ή του Μέγα Αλεξάνδρου και να τους κλωνοποιήσει αυτουσίως, εκείνοι, μεγαλώνοντας και σπουδάζοντας στο πλαίσιο της σημερινής πραγματικότητος, μάλλον το ίδιο αμνήμονες «κάφροι» θα προέκυπταν, άνευ ίχνους Ελληνικότητος.

Και αυτό, επειδή ο άνθρωπος δεν είναι μόνο «βιολογία», αλλά κάτι πολύ περισσότερο, και αυτό το «κάτι πολύ περισσότερο» δεν είναι δυνατόν να κλωνοποιηθεί. Αφαιρουμένου του γλωσσοπολιτισμικού πλαισίου, όλο και λιγότεροι Έλληνες θέλουν κυκλοφορήση ανάμεσά μας.

Και επειδή έχουν μείνει μερικοί Έλληνες ανάμεσά μας, στο τρίτο και τελευταίο μέρος της παρουσίασής μου, θα ορίσω τα στοιχεία που συγκροτούν τον Έλληνα, αλλά και τα υποπαράγωγά του.

-Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου- 29/01/2019